Πέμπτη, 27 Μαΐου 2010

ΣΤΟ … ΠΑΡΑ ΠΕΝΤΕ

Στα μέσα της δεκαετίας του 80 έκανε την εμφάνισή του ένα καινούριο x-treme sport, το παραπέντε. Προσωπικά, πάντα μου άρεσε να προκαλώ την τύχη μου, οπότε μου ήταν αδύνατον να αδιαφορήσω σε μια τέτοια πρόκληση, κυρίως εφόσον εκείνη την εποχή ζούσα στην Ελβετία όπου η ενασχόληση με τέτοιου είδους χόμπι ήταν εύκολη και προσιτή.
     Πρέπει να ήταν τον χειμώνα του 87 ή του 88, όταν μαζί με κάποιους άλλους καθηγητές από το σχολείο, αποφασίσαμε να πάρουμε μαθήματα και να ασχοληθούμε με αυτό το σπορ. Κάθε χρόνο περνούσαμε κάποιους μήνες στο Γκστάαντ, στη Γερμανόφωνη Ελβετία, και εκεί βρήκαμε έναν εκπαιδευτή που ανέλαβε να μας κάνει ξεφτέρια στο άθλημα. Κάναμε πολλά μαθήματα και τέλος δώσαμε και εξετάσεις για να πάρουμε δίπλωμα, με σκοπό να μπορούμε να πετάμε μόνοι μας. Στα πρώτα μαθήματα κάναμε μικρά άλματα από μια πλαγιά και πετούσαμε γύρω στα ένα με δύο λεπτά τη φορά. Η βασική εκπαίδευση επικεντρωνόταν κυρίως στην απογείωση και την προσγείωση. Μετά αρχίσαμε να πηδάμε από την κορυφή του βουνού. Αυτό που πρέπει να μάθεις είναι η τεχνική να απογειώνεσαι και να προσγειώνεσαι , αλλά και να αναπτύσσεις μια συγκεκριμένη ταχύτητα πάντα κόντρα στον άνεμο.
     Το παραπέντε δεν είναι σαν το αλεξίπτωτο. Το αλεξίπτωτο κοντράρει τον αέρα και σε φρενάρει. Το παραπέντε πετάει σύμφωνα με την αρχή του αεροπλάνου – είναι σαν να έχεις φτερά: ασκείται πίεση από κάτω και υποπίεση από πάνω και ίπτασαι. Για να πετάς, βέβαια, χρειάζεσαι μία ταχύτητα της τάξεως των 35-40 χλμ την ώρα μέσα στον αέρα. Ο πιο εύκολος τρόπος για να αναπτύξουμε μια τέτοια ταχύτητα ήταν με τα σκι: ανεβαίναμε σε μια κορυφή, κατεβαίναμε γρήγορα την πλαγιά και απογειωνόμαστε. Η εμπειρία είναι εκπληκτική. Έχω πέσει και με αλεξίπτωτο, όμως η αίσθηση που έχεις με το παραπέντε είναι πολύ πιο συναρπαστική. Με το αλεξίπτωτο απλώς πέφτεις και η πτώση δεν διαρκεί πάνω από ένα λεπτό. Ενώ εδώ μπορείς να ανεβαίνεις, να κατεβαίνεις, να στρίβεις δεξιά – αριστερά, να αιωρείσαι ώρες ολόκληρες. Σαν πουλί! Και να απολαμβάνεις τον κόσμο από ψηλά, ελεύθερα, χωρίς τη μηχανή ή το περίβλημα ενός αεροπλάνου ή ενός ελικόπτερου. Η δε εικόνα που απλωνόταν κάτω από τα μάτια μας ήταν παραμυθένια: χιονισμένες πλαγιές, γραφικά χωριουδάκια, σαλέ!
      Ο εκπαιδευτής μας μάς είχε υπό την επιτήρησή του όσο καιρό διαρκούσαν τα μαθήματα. Αυτός μας όριζε από ποια πλαγιά θα απογειωνόμαστε και πάντα μας περίμενε σε ένα προκαθορισμένο σημείο προσγείωσης όπου συνήθως έβαζε και κάποιες κορδέλες για να είναι πιο ευδιάκριτο. Σε όλη τη διάρκεια της πτήσης, είχαμε στα αυτιά μας ακουστικά για να ακούμε τις οδηγίες του, ωστόσο εμείς δεν μπορούσαμε να του απαντήσουμε καθώς δεν είχαμε μικρόφωνα. Απλώς ακούγαμε: στρίψε δεξιά, ανέβα πιο ψηλά, προσγειώσου κλπ. Ενώ ταυτόχρονα μελετούσε και τον αέρα γιατί, όπως είπαμε, η απογείωση και η προσγείωση πρέπει απαραιτήτως να γίνονται κόντρα στον άνεμο.
     Εδώ πρέπει να πω πως ο εκπαιδευτής μας εκτός από δάσκαλος ήταν και έμπορος και από την αρχή προσπαθούσε να μας πουλήσει τον κατάλληλο εξοπλισμό. Ενώ όλοι σιγά σιγά είχαν πειστεί να αγοράσουν όλα τα απαραίτητα αξεσουάρ του αθλήματος, εγώ ήμουν ο μόνος που αντιστεκόμουν με το σκεπτικό ότι ο εξοπλισμός ενός τόσο καινούριου αθλήματος τελειοποιείται μέρα με την ημέρα ενώ οι τιμές αντιθέτως πέφτουν, οπότε προτιμούσα να τον νοικιάζω κάθε φορά που ήθελα να πετάξω. Αυτό, βέβαια, καθόλου δεν άρεσε στον εκπαιδευτή, γι’ αυτό πάντα μου έδινε όλες τις παλιατζούρες. Αυτό σήμαινε ότι απογειωνόμουν πιο δύσκολα, ότι πετούσα όσο πετούσα και όταν ήταν να κατέβω έπρεπε να εκτελέσω τη διαδικασία προσγείωσης με πολύ πιο γρήγορους ρυθμούς. Αυτή η διαδικασία ήταν ο σχηματισμός ενός Π, δηλαδή όταν έβλεπες την πίστα, προχωρούσες πρώτα σε ευθεία, μετά έστριβες 90 μοίρες δεξιά και μετά πάλι 90 μοίρες δεξιά πριν φτάσεις στο έδαφος – πάντα κόντρα στον αέρα. Με τον παλιό εξοπλισμό που είχα, τα πόδια του Π που διέγραφα έπρεπε να είναι πολύ πιο κοντά αν ήθελα να προσγειωθώ ομαλά.
     Μια φορά , αφού έκανα τη βόλτα μου στους αιθέρες, ήρθε η ώρα της προσγείωσης. Ήξερα πολύ καλά τι έπρεπε να κάνω, όμως λίγο πριν στρίψω δεξιά όπως συνήθως, ακούω τον εκπαιδευτή να μου λέει στα γαλλικά με τη βαριά γερμανική προφορά του, σε απόλυτα ήρεμο τόνο: «Dimitri, a gauche!»(Δημήτρη, αριστερά!). Κοιτάω αριστερά και βλέπω μια συστάδα από σαλέ, ενώ αντιθέτως στα δεξιά μου υπήρχε κενός χώρος. Με έπιασε κρύος ιδρώτας. Έχανα γρήγορα ύψος και δεν ήξερα τι να κάνω. Μου έλεγε να προσγειωθώ πάνω στα σπίτια, ο τρελός; Όμως κάτι ήξερε εκείνος, εκπαιδευτής ήταν! Δεν μπορεί να μου έλεγε βλακείες. Ενώ μέσα μου αμφιταλαντευόμουν, συνέχισα ίσια. Ήρεμα, ο εκπαιδευτής μου επανέλαβε: «Dimitri, a gauche!» Ξανακοίταξα τα σαλέ στα αριστερά μου. Πάλι δεν τολμούσα να στρίψω αριστερά και συνέχισα στην ευθεία μου. Βλέποντας πως δεν υπακούω στις εντολές του, ο εκπαιδευτής αυτή τη φορά έχασε την υπομονή του. «Dimitri, j’ ai dit, a gauche!!!» ούρλιαξε, καθώς είχα χάσει επικίνδυνα ύψος. Τι να κάνω κι εγώ; Το ύφος του ήταν τόσο επιτακτικό που η μόνη επιλογή μου ήταν να ακολουθήσω τη διαταγή του και να στρίψω αριστερά. Μόλις όμως έκανα να στρίψω λίγο, τον ακούω από τα ακουστικά να φωνάζει έντρομος: «Non, non, a droite!!!» (Όχι, όχι, δεξιά!!!). Ο ηλίθιος είχε μπλέξει το σκόρδο με το κρεμμύδι ή μάλλον εννοούσε αριστερά όπως με έβλεπε εκείνος. Τελευταία στιγμή, λοιπόν, στρίβω κι εγώ δεξιά, αλλά ήταν πλέον πολύ αργά…
     Μπροστά μου απλωνόταν μια ατελείωτη έκταση με στέγες από σαλέ, πάνω σε μία από τις οποίες ήξερα ότι θα προσγειωνόμουν. Προσπάθησα να κρατήσω την ψυχραιμία μου και μάζεψα τα πόδια μου όσο το δυνατόν περισσότερο. Τελικά το πίσω μέρος των σκι χτύπησε τη γωνία της στέγης, με αποτέλεσμα να γλιστρήσω πάνω στη στέγη και να κουτρουβαλιαστώ στον κήπο του σαλέ. Σίγουρα δεν ήταν και η πιο ομαλή προσγείωση, όμως θα μπορούσα να έχω μείνει και στον τόπο. Πεσμένος κάτω ακόμα, άρχισα να ψάχνομαι, για να δω αν είχα σπάσει κανένα χέρι, κανένα πόδι, καμιά λεκάνη… Εκείνη τη στιγμή εμφανίστηκε και ο ιδιοκτήτης του σαλέ, που δεν ήταν άλλος από τον Βιτόριο Εμανουέλε (τον τέως βασιλιά της Ιταλίας) ο οποίος τύχαινε να είναι πατέρας μαθητή μου και να με ξέρει πολύ καλά. Είχε τρομάξει ακούγοντας όλον αυτό τον ορυμαγδό και βγήκε να δει τι είχε συμβεί. «Δεν είμαι ο Αϊ Βασίλης», του είπα. «Απλά είχα ένα μικρό ατύχημα με το παραπέντε». Τι μικρό ατύχημα δηλαδή; Εδώ την είχα γλιτώσει κυριολεκτικά … στο παρά πέντε. Αμέσως, με κάλεσε μέσα να πιω ένα κονιάκ. Μπήκα, αλλά δεν κάθισα πολύ. Ανυπομονούσα να πάω να βρω τον εκπαιδευτή μου και να τον πιάσω από τον λαιμό για να μάθει μια και καλή τι σημαίνει «a gauche» και «a droite».