Σάββατο, 19 Μαρτίου 2011

Μια εκδρομή

 Για τα παιδιά του ορφανοτροφείου που μέχρι πριν λίγο είχαν γνωρίσει μόνο τη φρίκη του πολέμου, την απώλεια και μια μίζερη πραγματικότητα από τις σκηνές των στρατοπέδων μέχρι το ορφανοτροφείο όπου ζουν σήμερα, ο Δημήτρης – πέρα από τους υπολογιστές που τους πήγε, την τηλεόραση που κατάφερε να τους δωρίσουν, τη στοιχειώδη έστω ιατροφαρμακευτική περίθαλψη που τους εξασφάλισε και τα μαθήματα που τους έκανε για να τα βοηθήσει – φρόντισε και για την ψυχαγωγία τους (λέξη άγνωστη για τα περισσότερα από αυτά). Μερικά παιδιά πήγαν για πρώτη φορά στη ζωή τους σε εστιατόριο ή σε πιτσαρία μαζί του, πήγαν σε πάρτυ και περιπάτους, πήγαν στο ζωολογικό κήπο, πήγαν ακόμα και εκδρομή. Παρακάτω, παραθέτω άλλο ένα μεταφρασμένο απόσπασμα από το ημερολόγιό του. Ο.


Δευτέρα 14 Φεβρουαρίου

Τι μέρα κι αυτή! Ξεκινήσαμε γύρω στις 10 το πρωί αντί στις 8 που προβλεπόταν, δηλαδή ακριβώς στην ώρα μας, σύμφωνα με την κονγκολέζικη έννοια του χρόνου. Ευτυχώς δεν έχει βρέξει όλη τη νύχτα και η μέρα ήταν ηλιόλουστη. Είμαστε σαν τις σαρδέλες για άλλη μια φορά στο βανάκι, γιατί παρ’ όλες τις συστάσεις μου ο Désiré φέρνει μαζί του τη γυναίκα του τη Mirfi και την αδερφή της την Candy. Κατανοητό, αφού κι εκείνες δεν έχουν πάει ποτέ τους εκδρομή, όμως προτεραιότητά μας ήταν τα παιδιά και εφόσον δεν μπορούσαμε να νοικιάσουμε μεγαλύτερο λεωφορείο, καλό θα ήταν οι δύο γυναίκες να μείνουν στο σπίτι.

Γύρω στη μία το μεσημέρι αφήνουμε πίσω μας τον κεντρικό δρόμο για να κατευθυνθούμε προς τους καταρράκτες. Μία ταμπέλα μας πληροφορεί ότι απέχουν 56 χιλιόμετρα. Ω Θεέ μου!!! Πενήντα έξι χιλιόμετρα στην αφρικανική σαβάνα κι έτσι σαρδελοποιημένοι – θα είναι πραγματική κόλαση… Και ήταν… Στο δρόμο προς τους καταρράκτες διασχίζουμε πολλά πρωτόγονα χωριά. Τα σπίτια είναι φτιαγμένα από αυτοσχέδιους πλίνθους από άργιλο στεγνωμένους στον ήλιο, ενώ η στέγη τους είναι από άχυρα. Τουλάχιστον εδώ όλα φαίνονται καθαρά. Το πράσινο κάνει το σύνολο πολύ ευχάριστο στο μάτι, σε αντίθεση με την ασχήμια της πρωτεύουσας. Τα παιδιά που παίζουν στις αυλές, μόλις αντιληφθούν το λεωφορείο μας, μας χαιρετούν και τρέχουν δίπλα μας. Και μόλις με βλέπουν καθισμένο ανάμεσα στους μαθητές μου, φωνάζουν: «Mundele, mundele» (λευκός) οπότε τα πιτσιρίκια μες στο βανάκι με κοιτούν και σκάνε στα γέλια. Επίσης μου δείχνουν πως τα πιο μικρά που βρίσκονται έξω κλαίνε, γιατί δεν έχουν δει ποτέ τους λευκό άνθρωπο.

Παρ’ όλο που δεν υπάρχει τίποτα το προσβλητικό σ’ αυτή την προσφώνηση, δεν μου είναι καθόλου ευχάριστο να ακούω συνέχεια γύρω μου «mundele, mundele». Αυτομάτως αισθάνομαι μια συμπάθεια για όλους τους μαύρους που εμείς αποκαλούμε «νέγρους» ή «αράπηδες». Ο Désiré με πληροφορεί ότι η έννοια της εκπαίδευσης και του σχολείου είναι ανύπαρκτες στις επαρχίες του Κονγκό. Μου έρχονται τότε στο μυαλό οι στατιστικές που είχα διαβάσει προτού έλθω εδώ, σύμφωνα με τις οποίες ο μισός πληθυσμός της χώρας είναι αναλφάβητος.

Διασταυρωνόμαστε με ένα φορτηγό που έχει πάθει βλάβη, και το οποίο είναι φορτωμένο με πίλι (κάτι κονγκολέζικες πιπεριές) και σαφού, ένα φρούτο που χαίρει ιδιαίτερης εκτίμησης σ’ αυτή τη χώρα και που δεν καταναλώνεται ωμό αλλά μαγειρεμένο. Μας λένε να πάρουμε τα σακιά που έχουν μέσα γιατί το φορτηγό θα επισκευαστεί σε τρεις μέρες το νωρίτερο και μέχρι τότε το πίλι και τα σαφού θα είναι για τα σκουπίδια. Εμείς απαντάμε πως θα πάμε μέχρι τους καταρράκτες και στην επιστροφή ίσως μπορέσουμε να τους βοηθήσουμε.

Προχωράμε πολύ αργά και σε ορισμένα σημεία αναγκαζόμαστε να κατέβουμε και να σπρώξουμε προκειμένου να βοηθήσουμε το λεωφορείο μας να ξεκολλήσει από την άμμο ή τη λάσπη. Αναρωτιέμαι αν θα τα καταφέρουμε να φτάσουμε στον προορισμό μας, καθώς ο ουρανός είναι απειλητικός και η βροχή δεν θα αργήσει να έρθει. Ευτυχώς αυτή τη φορά δεν έχουμε να κάνουμε με τροπική καταιγίδα, όμως παρ’ όλα αυτά κάθε φορά που βγαίνουμε για να ξεκολλήσουμε το όχημά μας, βουτάμε κυριολεκτικά μες στη λάσπη. Τα ρούχα μας, τα χέρια μας, τα πόδια μας, τα πρόσωπά μας είναι τόσο λερωμένα!

Μετά από τέσσερις ώρες φτάνουμε επιτέλους στους καταρράκτες. Δεν το είχαμε προβλέψει, όμως πρέπει να πληρώσουμε 5 δολάρια το άτομο για να τους επισκεφτούμε. Μετά από διαπραγματεύσεις καταλήγουμε στα 20 δολάρια για όλους.

Ένας ξεναγός μας οδηγεί στους καταρράκτες μέσα από το τροπικό δάσος. Η άγρια βλάστηση και η μουσική του τρεχούμενου νερού μας μαγεύουν. Μετά από 20 λεπτά φτάνουμε. Το θέαμα είναι ανυπέρβλητο. Τα περισσότερα πιτσιρίκια αρχίζουν να φωνάζουν εκστασιασμένα. Δεν περίμεναν κάτι τέτοιο. Μόλις περνάει το πρώτο σοκ, τα παιδιά καταβροχθίζουν με τα μάτια τις εικόνες μπροστά τους. Η φωτογραφική μηχανή και η βιντεοκάμερα δουλεύουν ασταμάτητα. Ο ενθουσιασμός είναι στο αποκορύφωμά του. Τα παιδιά χαίρονται που υπάρχουν τέτοια θαύματα της φύσης μέσα στη χώρα τους. Το Κονγκό δεν είναι μόνο η ασχήμια της γειτονιάς τους, αλλά και αυτό. Δεν παύουν να λένε: «Σ’ ευχαριστούμε, Δημήτρη, που μας έφερες εδώ».

Φορώντας μαγιό ή ακόμα και εσώρουχα, όλοι – μη εξαιρουμένου και του οδηγού – πλησιάζουμε και αφήνουμε να μας ψεκάσει το νερό που πέφτει από ύψος 70 μέτρων. Τα παιδιά χοροπηδάνε από χαρά, τραγουδάνε, πλατσουρίζουν – κάνουν ότι τους περάσει από το μυαλό για να δείξουν πόσο ευχαριστημένα είναι.

Αρχίζει να νυχτώνει και δυστυχώς είναι ώρα να γυρίσουμε πίσω. Η επιστροφή, με τη βροχή που έχει πέσει, προμηνύεται πολύ δύσκολη. Είναι επτά παρά τέταρτο. Όλως περιέργως, παρ’ όλη τη βροχή, τη λάσπη και το σκοτάδι, τα προβλήματά μας είναι λιγότερα συγκριτικά με τον πηγαιμό. Ο οδηγός είναι πιο έμπειρός τώρα και τα καταφέρνει καλύτερα στα επικίνδυνα σημεία Διασχίζουμε τα ίδια χωριά, όμως αυτή τη φορά μες στο σκοτάδι δεν βλέπουμε παρά μόνο τις φωτιές που έχουν ανάψει οι ντόπιοι για να μαγειρέψουν, αφού το ηλεκτρικό ρεύμα εδώ είναι άγνωστο. Σκέψου πόσο άδικο είναι να μένεις μόλις μερικά χιλιόμετρα από τους καταρράκτες που έχουν τέτοια δυνατότητα υδροηλεκτρικής ενέργειας και να μην έχεις ρεύμα. Από αυτούς τους καταρράκτες, το Κονγκό όχι μόνο ηλεκτροδοτεί την Κινσάσα αλλά και εξάγει ρεύμα στη Νότιο Αφρική.

Ξανασυναντάμε το χαλασμένο φορτηγό που συναντήσαμε το μεσημέρι. Δίνω την άδεια στον οδηγό μας – εφόσον δεν υπάρχει κίνδυνος – να φορτώσει άντρες και εμπορεύματα στη σκεπή. Μετά από λίγο, βλέπουμε άλλο ένα φορτηγό που έχει κολλήσει και μας φράζει τον δρόμο. Ακόμα και με τη βοήθειά μας, θα ξεκολλήσουν από τη λάσπη μετά από πολλές ώρες. Είναι αποκαρδιωτικό. Όλοι πεινάνε και είναι πολύ κουρασμένοι. Θέλουμε να φτάσουμε όσο γίνεται πιο γρήγορα στον θείο της Maman Mirfi που μας περιμένει στην Banza Ngungu να φάμε και να κοιμηθούμε. Ο οδηγός προτείνει να ακολουθήσει μια διαδρομή μέσα από τη σαβάνα προκειμένου να κόψει δρόμο. Όμως προτιμά να το κάνει αυτό χωρίς φορτίο. Μας δίνει λοιπόν ραντεβού στο επόμενο χωριό, μερικά χιλιόμετρα πιο πέρα. Κατεβαίνουμε όλοι και περπατάμε μέσα στο σκοτάδι. Ο περίπατος είναι υπέροχος κάτω από το φως του φεγγαριού μέσα στο τροπικό δάσος. Κάποιος ρωτάει αν υπάρχουν άγρια ζώα στην περιοχή. «Δεν ξέρω», απαντάω, «όμως αν υπάρχει κανένα λιοντάρι, καλά θα κάνει να μην πλησιάσει, γιατί έτσι όπως είμαστε πεινασμένοι, θα καταλήξει στα κάρβουνα». Όλα τα παιδιά σκάνε στα γέλια.

Η υποδοχή από τους χωρικούς είναι πολύ θερμή. Βγάζουν σεντόνια που τα απλώνουν κατά γης για να ξαπλώσουμε και καρέκλες για να καθίσουμε. Είναι όλοι τους πολύ φιλόξενοι. Ποτέ δεν μου είχε περάσει από το μυαλό πως μετά από μια ρομαντική βόλτα στο σεληνόφως μέσα στην αφρικανική σαβάνα, θα περίμενα να κάνω ωτοστόπ σε ένα λεωφορείο. Το βανάκι επιτέλους εμφανίζεται και αμέσως παίρνουμε πάλι τον δρόμο της επιστροφής, όχι όμως για πολύ, καθώς ένα άλλο φορτηγό που έχει κολλήσει κι αυτό στη λάσπη μας φράζει τον δρόμο. Εδώ τα πράγματα φαίνονται ακόμα πιο δύσκολα: άντρες με φτυάρια προσπαθούν να διώξουν τη λάσπη από τις ρόδες, όμως μόλις με βλέπουν αρχίζουν να φωνάζουν: «Mundele, mundele». Όλοι θέλουν να φωτογραφηθούν μαζί μου. Για να με ευχαριστήσουν, μου προσφέρουν σαφού και φρέσκα φιστίκια, τα οποία μοιράζω αμέσως στα παιδιά που είναι πεινασμένα, αφού από το πρωί δεν έχουν φάει παρά ένα κομμάτι ψωμί.

Και σαν να μην έφταναν όλα αυτά, διαπιστώνουμε μέσα στο σκοτάδι ότι μας έχει σκάσει ένα λάστιχο. Ο οδηγός μας προτείνει πάλι το ίδιο. Μας δίνει ραντεβού στο επόμενο χωριό. Ο ίδιος θα αλλάξει λάστιχο και θα κόψει δρόμο για να μας συναντήσει. Για άλλη μια φορά περπατάμε κάτω από το φως του φεγγαριού μέχρι να τον βρούμε.

Είναι περασμένα μεσάνυχτα όταν φτάνουμε στο σπίτι του θείου που είχε πάψει να ελπίζει ότι θα μας δει. Ανάβουμε φωτιά για να μαγειρέψουμε ρύζι και πούντου. Με βάση, πάντα, τη μανιόκα. Είναι τρεις το πρωί όταν τελικά καθόμαστε να φάμε.

Στην τηλεόραση παίζει το έργο «Hotel Rwanda» που αφηγείται πολύ ρεαλιστικό τη γενοκτονία που έγινε πριν από μερικά χρόνια σ’ αυτή τη γειτονική χώρα και που στη συνέχεια πυροδότησε τον πόλεμο στο Κονγκό, έναν πόλεμο που συνεχίζει να μαίνεται στις ανατολικές επαρχίες. Ξαπλώνουμε όλοι στο πάτωμα για να δούμε την ταινία, αγκαλιασμένοι μεταξύ μας. Παρ’ όλη την κούραση, τα παιδιά έχουν τα μάτια κολλημένα στην τηλεόραση. Θέλουν να καταλάβουν τι συνέβη. Γιατί είναι ορφανά, αφού με μια δυο εξαιρέσεις, έχουν όλα χάσει τους γονείς τους σ’ αυτόν τον πόλεμο. Ο ύπνος, όμως, δεν μας αφήνει να δούμε το τέλος.

Τρίτη 15 Φεβρουαρίου

Πρωινό ξύπνημα κατά τις 7 η ώρα, παρ’ όλη τη χτεσινή κούραση. Η τουαλέτα εδώ είναι μια τρύπα στη μια γωνιά της αυλής, ενώ το «ντους» περιβάλλεται από μερικές λαμαρίνες στην άλλη γωνία για να σου εξασφαλίζει ένα μίνιμουμ προστασίας από τα αδιάκριτα βλέμματα. Το νερό φτάνει εδώ με κουβάδες. Ευτυχώς βρέχει, οπότε έτσι διευκολύνεται το ξέβγαλμα. Ο Désiré, προνοητικός όπως πάντα, είχε φέρει μαζί του λίγο καφέ. Πρέπει να παραδεχτώ ότι όλοι κάνουν ό,τι μπορούν για να με ευχαριστήσουν. Ο καφές μας βοηθάει να ξυπνήσουμε λίγο καλύτερα.

Τα παιδιά θέλουν να ξαναδούν το χτεσινοβραδινό φιλμ, οπότε ξαναβάζουμε το βίντεο. Στις πολύ ρεαλιστικές σκηνές με τις σφαγές, φοβούνται και αναστατώνονται. Πότε ο Papa Désiré πότε εγώ, κάνουμε παρεμβάσεις για να τους εξηγήσουμε τα γεγονότα ή για να κάνουμε κάποιο σχόλιο. Είναι πολύ συγκινητικό να τα βλέπεις να παρακολουθούν ένα έργο που τα αφορά άμεσα. Σίγουρα θα οργανώσουμε μια βραδιά στο ορφανοτροφείο με μια συζήτηση πάνω στο θέμα.

Φεύγουμε για τις σπηλιές. Κάνουμε πρώτα μια στάση στο τοπικό τουριστικό γραφείο για να συζητήσουμε με τον υπεύθυνο το αντίτιμο εισόδου. Στην αρχή είναι 5 δολάρια το άτομο. Με το που εμφανίζομαι εγώ, αυτό γίνεται 15 δολάρια, που είναι η τιμή για τους λευκούς. Αρχίζουμε τα αναπόφευκτα παζάρια. Εξηγώ ότι πρόκειται για ορφανά και ότι μπορούν να δείξουν μια γενναιοδωρία για τα δικά τους παιδιά. Μπροστά στην αποφασιστικότητά μου να μην αγοράσω παρά μόνο ένα εισιτήριο και να αφήσω όλους τους άλλους έξω, η τιμή εισόδου για όλους μας γίνεται 30 δολάρια. Επιβιβαζόμαστε για να ξεκινήσουμε, αλλά το λεωφορείο κολλάει στη λάσπη, έτσι αναγκαζόμαστε να κάνουμε 5 χιλιόμετρα με τα πόδια μέσα στο δάσος. Πρώτη στάση στο χωριό για να πάρουμε άδεια επίσκεψης από τον αρχηγό. Είναι ένας ηλικιωμένος άντρας που είχε πολεμήσει στον Β΄Παγκόσμιο Πόλεμο. Μας αφηγείται ένδοξες ιστορίες και βάζει το στρατιωτικό καπέλο της εποχής για μερικές αναμνηστικές φωτογραφίες. Μετά από μια καταπληκτική βόλτα μέσα στο τροπικό δάσος, βρισκόμαστε στην είσοδο της σπηλιάς. Η σπηλιά δεν έχει τίποτα το εξαιρετικό, όμως για τα παιδιά είναι η πρώτη φορά που μπαίνουν στα έγκατα της γης, μέσα στο απόλυτο σκοτάδι, έχοντας μόνο ένα φακό που είχαμε φέρει μαζί μας. Είναι πολύ εντυπωσιασμένα.

Είναι περίπου τέσσερις το απόγευμα που παίρνουμε τον δρόμο της επιστροφής. Φτάνουμε στο ορφανοτροφείο γύρω στις εννιά το βράδυ. Τα μικρά που δεν ήταν μαζί μας και μας περίμεναν με ανυπομονησία, μας υποδέχονται πολύ θερμά. Τους λείψαμε, αλλά κι εκείνα μας έλειψαν. Θα προσπαθήσω να βρούμε ένα τρόπο να επισκεφτούν κι εκείνα αυτά τα ωραία μέρη.










Κυριακή, 23 Ιανουαρίου 2011

ΕΝΑ ΤΑΞΙΔΙ ... ΨΥΧΗΣ

Ο φίλος μου ο Δημήτρης πήρε τη μεγάλη απόφαση και άφησε πίσω του την ησυχία του και όλες τις ανέσεις της Δύσης για να πάει στο Κογκό, να βοηθήσει τον παλιό μαθητή και φίλο του  Jonathan  να οργανώσει ένα ορφανοτροφείο με παιδιά που έχασαν τους γονείς τους κατά τον εμφύλιο πόλεμο που μαστίζει εδώ και χρόνια τη χώρα. Από την πρώτη μέρα, κρατάει ημερολόγιο με τις εντυπώσεις και τις εμπειρίες του, που το γράφει στα γαλλικά. Εγώ μετέφρασα ένα κομμάτι για να το δημοσιεύσουμε στο μπλογκ μας. Θα πρότεινα στους αναγνώστες να το ξεκινήσουν με τη σωστή χρονολογική σειρά, δηλαδή από το Σάββατο προς τη Δευτέρα. Τα γραφόμενα είναι συγκλονιστικά και με κάνουν να νιώθω πολύ περήφανη για τον φίλο μου. Ο.

Δευτέρα 10 Ιανουαρίου. Μια πολύ γεμάτη μέρα


Το ξυπνητήρι χτυπάει στις 5.30. Είναι η μεγάλη μέρα. Η πρώτη μέρα του σχολείου. Τα παιδιά μας περιμένουν να τα συνοδεύσουμε γύρω στις 7 η ώρα. Ο ουρανός είναι μαύρος, φορτωμένος με σύννεφα ενώ ακούγονται απειλητικά πολλά μπουμπουνητά. Ετοιμάζεται μια τροπική θύελλα που τελικά δεν αργεί να ξεσπάσει. Αναρωτιέμαι πώς θα διασχίσουμε την πόλη μέσα σε λάσπες και λακκούβες γεμάτες νερό για να φτάσουμε ως το ορφανοτροφείο, όμως το Pajero τα βγάζει πέρα άξια και δεν καθυστερούμε λεπτό.
     Δεν έχω καλά καλά διασχίσει την πόρτα και τα πιτσιρίκια τρέχουν να μου σφίξουν το χέρι αλλά και για κάτι ακόμα: όλα ζητούν ένα χάδι και με αγκαλιάζουν σφιχτά. Από χτες, ένα αγοράκι, κολλημένο πάνω μου σαν βδέλλα, δεν σταματάει να μου λέει «είμαι ο Arnold, είμαι ο Arnold», από φόβο μην ξεχάσω το όνομά του.
     Από τα 35 πέντε παιδιά, σήμερα θα πάνε σχολείο 15 από τα μικρά και το απόγευμα τα 11 πιο μεγάλα. Τα υπόλοιπα παραείναι μικρούλια.
     Παίρνουμε τον δρόμο για το σχολείο. Ευτυχώς, η βροχή σταμάτησε. Όλα τα πιτσιρίκια δίνουν μάχη για να με κρατήσουν από το χέρι, και φυσικά ο Arnold είναι ένα από αυτά. Επί 20 λεπτά, περπατάμε με δυσκολία ανάμεσα στους υπονόμους, τις ακαθαρσίες, τις λακκούβες που είναι γεμάτες βρωμόνερα και απόβλητα – ένα παχύρευστο μίγμα που σου φέρνει εμετό. Και στην επιφάνεια του μίγματος, χιλιάδες κουνούπια. Τελικά, φτάνουμε στο «σχολείο»: μερικά τούβλα με μια λαμαρίνα για στέγη.

     Μας υποδέχεται ο διευθυντής. Μετά από μία αρκετά μακρόχρονη διαδικασία (επιλογή των παιδιών ανάλογα με το επίπεδό τους, στοίχιση, τραγούδια κλπ) τα μικρά μας μπαίνουν επιτέλους στην τάξη. Στη συνέχεια, έχουμε μια συνάντηση με τον διευθυντή για τις διοικητικές και οικονομικές λεπτομέρειες γιατί το σχολείο είναι ιδιωτικό, που σημαίνει ότι το πληρώνεις όπως εξάλλου και τα δημόσια σχολεία. Μετά από παζάρι, ο Jonathan καταφέρνει να κατεβάσει την τιμή σε 10 δολάρια τον μήνα για κάθε παιδί. Είναι αλήθεια ότι ο διευθυντής κάνει πολλές υποχωρήσεις προς όφελος του ορφανοτροφείου.
     Με το που επιστρέφουμε στο ορφανοτροφείο, προσπαθούμε να ρυθμίσουμε κάποια θέματα που χρειάζονται άμεση επίλυση.
     Πρώτο μας μέλημα: Ο Papa Desire μας παρουσιάζει την κατάσταση της υγείας των παιδιών. Σίγουρα πρέπει να οργανώσουμε ένα πρόγραμμα επισκέψεων σε γιατρούς το συντομότερο δυνατόν, όμως δύο περιπτώσεις επείγουν. 
     Ο μικρός Cigale είναι μια πονεμένη ιστορία. Τον βρήκαν εγκαταλελειμμένο στον δρόμο μαζί με τον δίδυμο αδερφό του πριν από 5 μήνες. Ο αδερφός του δυστυχώς πέθανε στο ορφανοτροφείο πριν από την άφιξή μας και ο ίδιος, παρ’ όλο που υπολογίζεται πως είναι περίπου 2 ετών, μοιάζει με νεογέννητο. Επιπλέον, παραείναι ήσυχος, δεν κουνιέται, δεν μιλάει, δεν κλαίει -- μόνο όταν ουρεί, βάζει τις φωνές. Προφανώς, μεταξύ άλλων, έχει και κάποια ουρολοίμωξη. Ακόμα, το μικροσκοπικό του μέγεθος και η πρησμένη κοιλιά του δείχνουν ότι υποσιτίζεται. Αποφασίζουμε να τoν πάμε αμέσως στο νοσοκομείο.
     Η Fallone, ένα δεκατετράχρονο κορίτσι , είναι μια άλλη πονεμένη ιστορία. Το πρόσωπό της είναι παραμορφωμένο εξαιτίας ενός τεράστιου όγκου στη μύτη. Αποφασίζουμε να την πάρουμε κι αυτήν στο νοσοκομείο.
     Στη συνέχεια, ενώ περιμένουμε τα κορίτσια να ετοιμάσουν τον Cigale (να τον πλύνουν, να του βάλουν ταλκ κλπ), ο Papa Desire μας πληροφορεί ότι δύο κορίτσια είχαν φύγει από το ορφανοτροφείο πριν από τέσσερις μέρες, γιατί δεν τους άρεσε το μέρος. Στη θέση τους ο ίδιος είχε περισυλλέξει δύο άλλα μικρά. Ο Jonathan θέλει οπωσδήποτε να μιλήσει με την Prisca, το ένα από τα δύο κορίτσια που είχε επιστρέψει πριν από λίγες ώρες.
     Στη διάρκεια της κουβέντας, η μικρή μας λέει πως κάποιες φίλες τους είχαν προτείνει να πάνε στην Αγκόλα, όπου θα κέρδιζαν χρήματα ως κομμώτριες. Της εξηγούμε ότι είναι ελεύθερη να φύγει όποτε θέλει, όμως στο ορφανοτροφείο της δίνεται μια μοναδική ευκαιρία και θα ήταν κρίμα να μην την εκμεταλλευτεί. Ο Jonathan της υπενθυμίζει ότι της έχει βρει ανάδοχο που είναι πρόθυμος να πληρώνει για τη διατροφή της όσο εκείνη θα έκανε την πρακτική εξάσκηση ως αισθητικός που είχε ήδη ξεκινήσει. Η τελική απόφασή της μετά το τέλος της κουβέντας ήταν να μείνει. Τι ανακούφιση!! ! Γιατί η τύχη πολλών κοριτσιών αυτής της ηλικίας είναι τραγική. Για να εξασφαλίσουν την επιβίωσή τους, μπλέκουν σε κυκλώματα πορνείας και πολύ σύντομα βρίσκονται με μια ανεπιθύμητη εγκυμοσύνη ή /και μολυσμένες από τον ιό του AIDS, αν ταυτόχρονα δεν πέσουν και θύματα βιασμού – πρακτική πολύ συνηθισμένη σ’ αυτή τη χώρα. Γι’ αυτό πρέπει να βρούμε και το δεύτερο κορίτσι το συντομότερο δυνατόν.
     Ακολουθεί άλλη μια γρήγορη συζήτηση με τον δεκατριάχρονο Jeancy. Δεν θέλει να πάει στο σχολείο γιατί σκέφτεται να γίνει μηχανικός αυτοκινήτων. Του εξηγούμε ότι για να ασκήσεις οποιοδήποτε επάγγελμα, πρέπει να ξέρεις να διαβάζεις, να γράφεις και να μετράς. Του δίνουμε να καταλάβει πως το όνειρό του να γίνει μηχανικός θα γίνει πραγματικότητα και ότι σχεδιάζουμε να τον στείλουμε ως ασκούμενο σε ένα γκαράζ, όμως κι εκείνος, από την πλευρά του πρέπει να μας υποσχεθεί πως θα προσπαθήσει να μάθει να διαβάζει και να γράφει.
     Συνέχεια της ημέρας στο νοσοκομείο. Βέβαια, το κτίριο είναι του ίδιου αρχιτεκτονικού στυλ με το σχολείο και τα άλλα οικοδομήματα. Η μόνη διαφορά είναι πως στην πόρτα γράφει «Νοσοκομείο» αντί για «Σχολείο». Ο γιατρός που εξετάζει τα παιδιά, φαίνεται – ευτυχώς – πολύ έμπειρος. Μας γράφει εξετάσεις που γίνονται επιτόπου, στο εργαστήριο του νοσοκομείου. Τα αποτελέσματα βγαίνουν πολύ γρήγορα.
     Διάγνωση: Ο Cigale πάσχει από αναιμία και υποσιτισμό, ενώ επίσης παρουσιάζει έλλειψη ορισμένων στοιχείων όπως η βιταμίνη Β12. Πρέπει να τρέφεται με τέτοιο τρόπο που να καλυφθούν αυτές οι ελλείψεις, ενώ το διαιτολόγιό του πρέπει να είναι πλούσιο και σε πρωτεΐνες. Όσον αφορά τη λοίμωξή του, πρέπει να περιμένουμε τα αποτελέσματα άλλων εξετάσεων που θα βγουν αύριο, όμως ο γιατρός μα καθησυχάζει. Γρήγορα θα συνέλθει αν ακολουθήσουμε τις οδηγίες του.
     Όσο για την Fallone μαθαίνουμε ότι ο όγκος στο πρόσωπό της δεν είναι παρά ένα τεράστιο αιμάτωμα που έχει προκληθεί από ένα βίαιο χτύπημα. Παρ’ όλες τις ερωτήσεις του γιατρού, το κορίτσι δεν μας διαφωτίζει καθόλου, όμως είναι προφανές ότι είναι θύμα ανομολόγητων βιαιοτήτων. Εξάλλου και η συμπεριφορά της, έτσι που είναι κλεισμένη στον εαυτό της, σιωπηλή και μοναχική, απλώς επιβεβαιώνει τις υποψίες μας. Θα ξαναέρθουμε την Τρίτη ή την Τετάρτη για να της αφαιρεθεί χειρουργικά το αιμάτωμα και να αποκατασταθεί επιτέλους το πρόσωπό της.
     Στη συνέχεια, ο Jonathan, με ξαλαφρωμένη την καρδιά, διαπραγματεύεται και υπογράφει ένα ασφαλιστήριο συμβόλαιο υγείας για τα παιδιά με τον διοικητή του νοσοκομείου. Το συμβόλαιο περιλαμβάνει ιατρικές συμβουλές, εξετάσεις, πρώτες βοήθειες, βασική περίθαλψη καθώς και τα απαραίτητα εμβόλια. Εξαιρούνται οι πιο πολύπλοκες εξετάσεις και, φυσικά, οι χειρουργικές επεμβάσεις.
     Φεύγουμε από το νοσοκομείο διπλά ανακουφισμένοι και ευτυχείς. Τα δύο παιδιά πήραν το δρόμο της θεραπείας κι εμείς έχουμε στα χέρια μας ένα ασφαλιστήριο συμβόλαιο υγείας.
     Ίσα ίσα που προλαβαίνουμε να γυρίσουμε στο ορφανοτροφείο για να συνοδεύσουμε τη δεύτερη ομάδα στο σχολείο. Ίδιες σκηνές με το πρωί, με μόνη διαφορά ότι τώρα στη θέση του Arnold, μου κρατούν σφιχτά το χέρι η Sophieκαι η Beatrice.
     Επιστρέφουμε στο σπίτι για να φάμε, όμως περισσότερο θέλω να συγχαρώ τον Jonathan για τη γρηγοράδα, την αποτελεσματικότητα, την ευελιξία, το πάθος, την αγάπη και την αφοσίωση με την οποία είχε χειριστεί τόσα θέματα μέσα σε μια μέρα. Ο ίδιος γκρινιάζει γιατί δεν τα είχε κάνει όλα αυτά νωρίτερα!!!! Και φεύγει αμέσως για μια συνάντηση με τον υπουργό Εθνικής Παιδείας για ένα σχέδιο ανοικοδόμησης 24 σχολείων.

Κυριακή, 9 Ιανουαρίου. Πρώτη επαφή με το ορφανοτροφείο





Πολύ δύσκολο να σηκωθώ από το κρεβάτι. Ο Jonathan με ξύπνησε γύρω στις 10 η ώρα. Έπρεπε να φύγουμε άρον άρον γιατί μας περίμεναν στο ορφανοτροφείο.. Ένα γρήγορo ντους, μερικά φρεσκοκομμένα τροπικά φρούτα για πρωινό και ήμουν έτοιμος. Το αυτοκίνητο είχε αποκατασταθεί χάρη στο αφοσιωμένο προσωπικό του σπιτιού του Jonathan. Μια μικρή στάση στο σπίτι της πρώην συζύγου του για να πάρουμε τον Greg, τον μικρό του γιο, που θα μας συνόδευε στο ορφανοτροφείο. (Είναι πάντα πολύ διδακτικό να βλέπεις πόσο τυχερός είσαι). Αφού δέχτηκε τα δώρα του πατέρα του, διάλεξε μόνος του, με μεγάλη γενναιοδωρία, μερικά από τα παιχνίδια του που θα χάριζε ο ίδιος στα ορφανά. Η ωριαία περίπου περιπλάνησή μας σ’ αυτή την αχανή πόλη ήταν σοκαριστική. Μια ανθρώπινη θάλασσα που ζει σε συνθήκες που δύσκολα περιγράφονται, ανάμεσα σε ανοιχτούς υπονόμους, συσσωρευμένα σκουπίδια που καμία δημόσια υπηρεσία δεν μαζεύει, ένα ανύπαρκτο οδικό δίκτυο, όπου οι οδηγοί μερικές φορές ακροβατούν μεταξύ υπονόμων και λάσπης. Κόντρα σε όλα αυτά, οι άνθρωποι είναι ντυμένοι με ρούχα καθαρά και, για τα μέσα που διαθέτουν, θα μπορούσε να πει κανείς κομψά.
     Γι’ αυτό που ακολούθησε την άφιξή μου στο ορφανοτροφείο ήμουν εντελώς απροετοίμαστος. Δεν είχα βγει καλά καλά από το αυτοκίνητο και με είχαν περικυκλώσει δεκάδες χέρια που αγωνίζονταν να με αγγίξουν. Προσπαθούσα απελπισμένα να κρατήσω την ισορροπία μου μέσα σ’ αυτή την απίστευτη φρενίτιδα, ενώ ταυτόχρονα άκουγα όλα τα πιτσιρίκια μαζί να φωνάζουν το όνομά μου. Μου είναι αδύνατον να περιγράψω στο χαρτί τι συνέβαινε τόσο απ’ έξω όσο και μέσα στην ψυχή μου. Ένιωθα σαν τον Λιονέλ Μέσι ανάμεσα στους οπαδούς του. Μόνο εκείνος θα με καταλάβαινε…
     Η χαρά όμως των μεν ερχόταν σε έντονη αντίθεση με τον πόνο των δε, γιατί οι διπλανοί είχαν μόλις χάσει το παιδί τους – ένα μωρό που δεν είχε καλά καλά χρονίσει – και τώρα πήγαιναν να το κηδέψουν.
     Μετά από μια παρουσίαση εκ μέρους του Jonathan σχετικά με αυτά που είχε καταφέρει για λογαριασμό του ορφανοτροφείου, που διακόπηκε πολλές φορές από αυτοσχέδια τραγούδια τραγουδισμένα στη διάλεκτό τους, όπου πότε πότε διέκρινα και το όνομά μου, πήρα κι εγώ τον λόγο. Από τη συγκίνηση δεν μπόρεσα να αρθρώσω παρά μία φράση:
     «Αισθάνομαι πολύ μικρός για να σας κάνω τον δάσκαλο, αντίθετα εσείς είστε εκείνοι που θα μου δώσετε μαθήματα και σήμερα ήδη πήρα το πρώτο».
     Η αλήθεια είναι πως ο φόβος μην απογοητεύσω άρχιζε να παίρνει τη θέση του αρχικού ενθουσιασμού. Στη συνέχεια ο Papa Desire, ο υπεύθυνος του σπιτιού που στεγάζει όλα αυτά τα παιδιά, μαζί με τη γυναίκα του, με ξενάγησε στο «ίδρυμα»: σε ένα χώρο, όχι πολύ μεγαλύτερο από 100 τ.μ., όπου ζει ο ίδιος μαζί με τα35 παιδιά, χωρίς ηλεκτρικό, με ελάχιστο νερό, κάτι απερίγραπτες τουαλέτες χωρίς αποχέτευση… και μια κουζίνα στη μέση του κήπου όπου μαγειρεύουν με ξύλα. Επίσης μου έδειξε το δωμάτιο όπου θα εγκατασταθώ μια από τις επόμενες μέρες.
     Ακολούθησε μια συζήτηση για τις προτεραιότητες που θα βάζαμε και δώσαμε ραντεβού για την επομένη, πολύ νωρίς το πρωί γιατί ήταν η πρώτη μέρα του σχολείου και δεν θα χάναμε ένα τέτοιο γεγονός για τίποτα στον κόσμο.

Σάββατο 8 Ιανουαρίου 2011. Στον δρόμο για την Κινσάσα

Το σημείο χωρίς επιστροφή το είχα διασχίσει εδώ και καιρό. Τώρα ήμουν στο αεροπλάνο που πέταγε από τις Βρυξέλλες (όπου είχα φτάσει την προηγουμένη) προς την Κινσάσα. Καθισμένος δίπλα μου, ο Jonathan, με ένα μακιαβελικό χαμόγελο, ευχαριστιόταν να μου υπενθυμίζει: «Δημήτρη, δεν ξέρεις σε τι περιπέτεια έμπλεξες». Μερικούς μήνες νωρίτερα με είχε συμπεριλάβει στα σχέδιά του να αναλάβει ένα ορφανοτροφείο στην Κινσάσα κι εγώ του είχα υποσχεθεί να τον βοηθήσω με όποιο τρόπο μπορούσα. 
     Από την πλευρά του, είχε καταφέρει να βρει αναδόχους για τα 35 παιδιά μετά από μία βραδιά που είχε οργανώσει στην Πάλμα. Αυτό εξασφάλιζε στα παιδιά μια βασική ασφάλεια υγείας, στοιχειώδη αλλά σχετικά σωστή διατροφή, ενώ ορισμένα από αυτά θα μπορούσαν να πάνε στο σχολείο για πρώτη φορά στη ζωή τους. Επιπλέον ο Jonathan είχε καταφέρει να συγκεντρώσει χρήματα για τη βελτίωση του χώρου που τα φιλοξενούσε.
     Προσωπικά, είχα σκεφτεί να δημιουργήσω μια αίθουσα πληροφορικής με μερικούς υπολογιστές, με τους εξής στόχους:
α) Να ανοίξω για τα παιδιά ένα παράθυρο στον κόσμο.
β) Μέσω της τεχνολογίας της επικοινωνίας να τα φέρω σε επαφή με τους αναδόχους τους χρησιμοποιώντας μια κάμερα online με αποτέλεσμα μια δυναμική σχέση μεταξύ των δύο πλευρών.
γ)Να χρησιμοποιήσω τους υπολογιστές για να φτιάξω ένα Internet Cafe, πουθα επιτρέπει στην κοινότητα να έχει ένα συμπληρωματικό εισόδημα για τις ανάγκες της.
δ) Να τους παρουσιάσω τις δυνατότητες του διαδικτύου και να τους ενημερώσω για τη χρήση των διαφόρων προγραμμάτων – εργαλεία απαραίτητα για μια σύγχρονη εκπαίδευση που αργότερα θα αποτελούσε ατού για την επαγγελματική τους εξέλιξη.
     Προς το παρόν κουβαλούσα τον δικό μου υπολογιστή συν δύο ακόμα, δωρεά του Εμπορικού Επιμελητηρίου της Ελλάδος μετά από προσπάθειες της Τίνας Μυλωνά, η οποία μου έδωσε επιπλέον μία τσάντα γεμάτη τετράδια και μολύβια για όλα τα παιδιά. 
     Δεν καταλάβαμε πώς πέρασε η ώρα, γιατί ο Jonathan δεν σταμάτησε να μου αφηγείται ιστορίες που είχε ζήσει, κάθε άλλο παρά κοινότοπες, σ’ όλη τη διάρκεια του πολέμου που ισοπέδωσε αυτή τη χώρα. Είχε φλερτάρει με τον θάνατο πάνω από μία φορά και υπήρξε μάρτυρας τρομακτικών σκηνών που εμείς βλέπουμε μόνο στον κινηματογράφο. Είδε το σπίτι του να λεηλατείται, ο ίδιος συνελήφθη και μπήκε σε φυλακή που συγκριτικά με αυτήν, το Midnight Express φάνταζε πεντάστερο ξενοδοχείο, ξέφυγε σαν από θαύμα από σφαίρες πολυβόλων, έτρεξε ανάμεσα σε πτώματα για να σώσει τη ζωή του και άλλα πολλά. Ωστόσο, αυτή τη χώρα την αγαπάει και παρ’ όλες αυτές τις φρικτές εμπειρίες δεν του έχει περάσει ποτέ από το μυαλό να την εγκαταλείψει. Αντίθετα, μάλιστα, δραστηριοποιείται με όποιο τρόπο μπορεί στο πλευρό αυτών των ανθρώπων, θέλοντας να τους βοηθήσει να ορθοποδήσουν πάλι.
     Με το που βγήκαμε από το αεροπλάνο, δεχτήκαμε και το πρώτο σοκ: Αφόρητη ζέστη και υγρασία. Δεύτερο σοκ: Η αφρικανική πραγματικότητα – γραφειοκρατία, έλλειψη στοιχειώδους υποδομής, διαφθορά για να μπορέσεις να προωθήσεις το παραμικρό θέμα… Πρέπει να οπλιστείς με τεράστια υπομονή. Χρειαστήκαμε κάμποσες ώρες για να πάρουμε επιτέλους τις αποσκευές μας στα χέρια μας. Τρίτο σοκ: μέσα σ’ αυτή την τεράστια πόλη (των 10 εκατομμυρίων κατοίκων), με εξαίρεση το μικρό κέντρο που είναι ελαφρώς φωτισμένο, κυκλοφορείς κυριολεκτικά στο σκοτάδι. Μόνο πού και πού συναντάς κάποιες λάμπες πετρελαίου που χρωματίζουν αμυδρά τη μαύρη νύχτα. Ήταν αργά κι εμείς ήμαστε πολύ κουρασμένοι, όμως δεν μπορέσαμε να μην κάνουμε ένα γύρο στα νυχτερινά κέντρα της Κινσάσα για να χαλαρώσουμε λιγάκι. Τέταρτο σοκ της ημέρας: οι «ευρωπαϊκές» τιμές αυτών των καταστημάτων όπου μια πολύ προνομιούχα τάξη ζει μια ζωή εντελώς στον αντίποδα της ζωής των υπολοίπων.
     Όμως το αποκορύφωμα ήρθε αργότερα. Γυρνώντας στο σπίτι, δεν καταφέραμε να αποφύγουμε μια από τις τεράστιες λακκούβες, ή μάλλον έναν από τους κρατήρες, που «διακοσμούν» τους δρόμους της Κινσάσα— κάτι που είχε ως άμεσο αποτέλεσμα να σκάσει ένα λάστιχο του αυτοκινήτου μας με εκρηκτικό θόρυβο.
     Θα ήταν πια πέντε-έξι η ώρα το πρωί όταν ξάπλωσα στο κρεβάτι μου. Δεν με πήρε πάνω από μερικά δευτερόλεπτα για να αφεθώ στις αγκάλες του Μορφέα και μιας όμορφής αφρικανικής ύπαρξης με την οποία φλέρταρα λίγο νωρίτερα και που δεν παρέλειψε να με επισκεφτεί στα όνειρά μου.