Τετάρτη, 28 Απριλίου 2010

ΤΟ ΑΘΕΑΤΟ ΑΞΙΟΘΕΑΤΟ

                                 Ο ΚΡΑΤΗΡΑΣ ΑΠΟ ΚΑΡΤ ΠΟΣΤΑΛ

Πριν από λίγο καιρό βρέθηκα στο Λας Βέγκας για δουλειές. Μέσα σε ένα αρκετά σφιχτό πρόγραμμα, είπα να χωρέσω και μια επίσκεψη στον περίφημο κρατήρα της Αριζόνα που δημιουργήθηκε πριν από 40.000 χρόνια όταν έπεσε στη γη ένας πελώριος μετεωρίτης ανοίγοντας στη γη μια τρύπα με διάμετρο 1200 μέτρα και βάθος 170. Σίγουρα πολύ εντυπωσιακό θέαμα με μυθικές διαστάσεις (εκεί ήταν που έκαναν τις «πρόβες» τους οι αστροναύτες πριν πάνε στη σελήνη), το οποίο δεν έπρεπε να χάσω.
      Η καλή μέρα, όμως, από το πρωί φαίνεται και η μέρα μου δεν ξεκίνησε με τους καλύτερους οιωνούς. Για να φτάσω μέχρι εκεί έπρεπε να διασχίσω όλη την έρημο της Αριζόνας, οπότε από την προηγουμένη είχα κλείσει σε μια εταιρεία ενοικίασης αυτοκινήτων ένα τζιπ 4Χ4, ζητώντας να μου το παραδώσουν όσο το δυνατόν πιο νωρίς, δηλαδή στις 9 το πρωί (τότε άνοιγαν). Περίμενα λοιπόν πανέτοιμος, φορτωμένος με τις φωτογραφικές μηχανές μου, στο λόμπι του ξενοδοχείου, αλλά αυτοκίνητο πουθενά. Μετά από κάμποση ώρα αναμονής, τους τηλεφώνησα αγανακτισμένος για να μου πουν ότι δήθεν περίμεναν δικό μου τηλεφώνημα πρώτα. Τέλος πάντων, ξεκίνησα κατά τις 11:00, πολύ τσαντισμένος γιατί --300 χιλιόμετρα πήγαινε και 300 έλα συν κάποιος χρόνος παραμονής στον κρατήρα -- οι ώρες που μου απέμεναν ήταν απελπιστικά λίγες.
      Τα νεύρα, ωστόσο, μου πέρασαν γρήγορα -- σχεδόν με το που μπήκα στη μεγάλη ευθεία του πολυτραγουδισμένου και ιστορικού Route 66. Σ’ αυτό συνέβαλε πολύ και η country μουσική που έπαιζε το ραδιόφωνο, αλλά και ο υπέροχος καιρός. Τις ατελείωτες εκτάσεις που διέσχιζα τις έλουζε ένας λαμπερός ήλιος, ενώ ο ουρανός ήταν καταγάλανος με λίγα άσπρα σύννεφα – σαν μπαμπάκι – εδώ κι εκεί. Τέλεια μέρα! Γι’ αυτό είχα φύγει φορώντας μόνο ένα πουκάμισο ενώ για τη χειρότερη περίπτωση είχα πάρει μαζί μου κι ένα πουλοβεράκι.  
     Άφησα το Λας Βέγκας πίσω μου και αφού πέρασα το εντυπωσιακό φράγμα Hoover στον ποταμό Κολοράντο, απ’ όπου τροφοδοτείται με νερό και ενέργεια το σπάταλο και αχόρταγο Λας Βέγκας, πέρασα στη χώρα των Ινδιάνων Χουαλαπάι και στα αχανή υψίπεδα της ερήμου Μojave στο Grand Canyon. Εδώ είχε ακόμα λιακάδα και γαλανό ουρανό, όμως η θερμοκρασία ήταν αρκετά χαμηλή, ενώ σιγά σιγά άρχισα να βλέπω και χιόνια, στην αρχή λίγα, μετά όλο και περισσότερα: χωρίς να το καταλάβω, χωρίς να έχω ανέβει καμία απολύτως ανηφόρα, είχα βρεθεί σε υψόμετρο πάνω από 2000 μέτρα!

     Στις 4:10 το απόγευμα έφτασα επιτέλους στον κρατήρα. Πάω να περάσω την πύλη, όμως με σταματάει ένας φύλακας και μου λέει αυστηρά ότι ο κρατήρας είναι ανοιχτός μέχρι τις 5:00. «Ωραία!» σκέφτομαι. «Μου μένουν 50 λεπτά για να τον θαυμάσω». Κάνω να μπω, αλλά ο φύλακας δεν με αφήνει. «Είναι 5:10», με πληροφορεί. Τότε συνειδητοποιώ ότι το ρολόι μου δείχνει ώρα Νεβάδας. Γαμώτο! Είχα διασχίσει ερήμους , υψίπεδα, χιόνια και στο τέλος να μη δω τον κρατήρα; Δεν ήξερα τι να κάνω. Να γυρίσω πίσω ή να βρω κάπου να περάσω το βράδυ και να δω τον κρατήρα το άλλο πρωί;

     Σε καμιά πενηνταριά χιλιόμετρα βρήκα ένα χωριό τύπου Φαρ Ουέστ: ένας δρόμος όλος κι όλος με χαμηλά κτίρια δεξιά αριστερά: ένα σαλούν, ένα εστιατόριο, ένα μοτέλ (σαν αυτά που βλέπουμε στα θρίλερ) με πάρκινγκ απ’ έξω και δωμάτια στη σειρά. Εκεί θα διανυκτέρευα. Ο ξενοδόχος τρελάθηκε μόλις είδε πελάτη Έλληνα. Η περιοχή κατοικείται σχεδόν αποκλειστικά από Ινδιάνους Ναβάχος και οι ξένοι είναι ελάχιστοι. Μπήκα σ’ ένα δωμάτιο που ήταν στοιχειωδώς εξοπλισμένο – ένα κρεβάτι, μια παλιά τηλεόραση που δεν είχε καν τηλεκοντρόλ , μια παλιά πολυθρόνα και μια θερμάστρα γκαζιού. Φόρεσα το πουλόβερ μου, που ούτε κατά διάνοια δεν με προστάτευε από το τσουχτερό κρύο, και πήγα στο απέναντι εστιατόριο. Θαμώνες και μαγαζάτορες, καουμπόυδες και Ινδιάνοι, με περιεργάστηκαν από την κορφή ως τα νύχια σαν να ήμουν εξωγήινος. Παράγγειλα ένα κλασικό αμερικάνικο στέικ, το έφαγα, πλήρωσα και έφυγα. Για να σκοτώσω τον χρόνο μου, στη συνέχεια πήγα στο σαλούν. Εκεί η είσοδος ήταν διπλή και με το που πέρασα την πρώτη πόρτα άκουσα φωνές και γέλια, που όμως κόπηκαν μαχαίρι μόλις πέρασα κι από τη δεύτερη. Τρία ζευγάρια μάτια – της μπαργούμαν και δύο καουμπόυδων – καρφώθηκαν πάνω μου. Το σκηνικό ήταν ίδιο με εκείνο που βλέπουμε στα γουέστερν: ξύλινοι πάγκοι, μπύρες κλπ. Και στο τζουκμπόξ έπαιζε αμερικάνικη ροκ από τα sixties. Credence, Deep Purple κι άγιος ο Θεός. Το τρίο συνήλθε από το σοκ και συνέχισε την κουβέντα του, ενώ εγώ έπινα τις μπύρες μου. Μετά από κάμποση ώρα σκυλοβαρεμάρας γύρισα στο μοτέλ.
     Μπαίνοντας στο δωμάτιο, μου ήρθαν πάλι στο μυαλό σκηνές από ταινίες του Χίτσκοκ. Για καλό και για κακό έβαλα και μια πολυθρόνα πίσω από την πόρτα μην έρθει ο δολοφόνος. Παρ’ όλο που νόμιζα ότι δεν θα μπορούσα να κλείσω μάτι, ήμουν τόσο κουρασμένος που αποκοιμήθηκα αμέσως.
     Το άλλο πρωί σηκώθηκα κατά τις 6:00 (ώρα Νεβάδας, δηλαδή 7:00 ώρα Αριζόνας). Άνοιξα το κουρτινάκι και είδα απαλές νιφάδες να πέφτουν αργά και αραιά. Θα έτρωγα ένα καλό πρωινό και στις 8:00 που άνοιγε ο κρατήρας θα πήγαινα να τον δω προτού πάρω τον δρόμο της επιστροφής. Έβαλα μπρος το αυτοκίνητο, όταν όμως πήγα να βάλω ταχύτητα διαπίστωσα ότι το λεβιέ είχε μπλοκαριστεί. Προσπάθησα από δω, προσπάθησα από κει, τίποτα… Με σβηστή τη μηχανή, τίποτα. Με αναμμένη, τίποτα. Ρωτάω τον ξενοδόχο μήπως έχει καμιά ιδέα, μου λέει πως δεν ξέρει από αυτοκίνητα. Παίρνω την εταιρεία ενοικίασης, όμως δεν απαντάει γιατί είναι πολύ νωρίς ακόμα. Ρωτάω τον ξενοδόχο πάλι αν ξέρει κανένα συνεργείο εκεί κοντά. Εκείνος καλεί ένα μηχανικό, που όμως όταν βλέπει ότι το αυτοκίνητο είναι νοικιασμένο, αρνείται και να το αγγίξει. «Πρέπει να επικοινωνήσεις με την εταιρεία σου», μου συνιστά. Για να μην ξεχνιόμαστε, όλα αυτά διαδραματίζονταν έξω στο χιόνι και εγώ φορούσα ένα πουκάμισο κι ένα πουλόβερ όλο κι όλο. Φυσικά είχα ξυλιάσει. Δεν όριζα τα χέρια μου από το κρύο και έτρεμα ολόκληρος.
     Μέχρι να έρθει η ώρα που θα μπορούσα να επικοινωνήσω με την εταιρεία ενοικίασης, πήγα στο απέναντι εστιατόριο να φάω ένα πρωινό με μπέικον και αυγά. Και μετά ξαναεπιχείρησα να τηλεφωνήσω στην εταιρεία. Ευτυχώς τους πέτυχα και άρχισαν να μου δίνουν οδηγίες, παίρνοντας όλες τις πιθανότητες για το τι μπορεί να έφταιγε. Αφού όλες οι προσπάθειές μου στέφθηκαν με αποτυχία, είπαν να μου στείλουν ένα άλλο αυτοκίνητο ( το οποίο θα έφτανε φυσικά μετά από 5-6 ώρες), όμως εκείνη τη στιγμή, πάνω στην ύστατη προσπάθεια, το λεβιέ ξεμπλοκαρίστηκε! Εν τω μεταξύ η ώρα είχε πάει 12:00 το μεσημέρι. Και η χιονόπτωση είχε εξελιχθεί σε χιονοθύελλα.


      Το πιο συνετό τώρα θα ήταν να γυρίσω πίσω στο Λας Βέγκας. Είχα μακρύ δρόμο μπροστά μου και με τη χιονοθύελλα τα πράγματα δεν θα ήταν καθόλου εύκολα. Όμως με έπιασε το πείσμα και αποφάσισα να πάω στον κρατήρα. Είχα περάσει τόσα και τόσα το τελευταίο εικοσιτετράωρο, θα ήταν κρίμα κι άδικο να φύγω έτσι. Αργά και προσεκτικά οδήγησα μέσα στη χιονοθύελλα μέχρι τον κρατήρα. Βγήκα στο δαιμονισμένο κρύο με το πουλοβεράκι μου. Ο χτεσινός φύλακας με θυμήθηκε και απόρησε που ήμουν τόσο ελαφριά ντυμένος. Μέχρι να φτάσω στην είσοδο είχα γίνει κάτασπρος. Οι νιφάδες, που έπεφταν πυκνές και τεράστιες, το είχαν στρώσει πάνω μου. Μπήκα στο κτίριο που έχει χτιστεί μπροστά στον κρατήρα και ανέβηκα στον τρίτο όροφο για να θαυμάσω το θέαμα από το μπαλκόνι. Βγήκα στο μπαλκόνι και ...ΔΕΝ ΕΙΔΑ ΤΙΠΟΤΑ ΑΠΟΛΥΤΩΣ. Μια άσπρη κουρτίνα από χιόνι ήταν απλωμένη μπροστά μου, κάνοντας αθέατο το περίφημο αξιοθέατο. Κι όταν ρώτησα τον φύλακα αν έχει συχνά χιονοθύελλα στην περιοχή, μου απάντησε: "Σχεδόν ποτέ". Για άλλη μια φορά αποφάνθηκα: Άμα δεν σε θέλει, δεν σε θέλει…

               H EIKONA TOY ΚΡΑΤΗΡΑ ΜΕ ΤΗ ΧΙΟΝΟΘΥΕΛΛΑ !!!

Πέμπτη, 15 Απριλίου 2010

ΠΕΡΙΠΕΤΕΙΕΣ ΣΤΗ ΣΕΝΕΓΑΛΗ 3 Ή Η ΚΑΛΟΣΥΝΗ ΤΩΝ ΝΤΟΠΙΩΝ

(Ήμαστε έξω από την τράπεζα, απελπισμένοι γιατί δεν μπορούσαμε να αλλάξουμε τα χρήματά μας, οπότε στην ουσία είχαμε μείνει πανί με πανί).

Εκεί λοιπόν που καθόμαστε μες στη μαύρη απελπισία, βλέπω ένα πιτσιρίκι που όλο ερχόταν προς το μέρος μας. Σιγά σιγά ξεθάρρεψε και μας ζήτησε να μπει στο αυτοκίνητο. Το αφήσαμε να μπει, κι αυτό άρχισε να περιεργάζεται το εσωτερικό του τζιπ, να πατάει την κόρνα και άλλα τέτοια που εκείνη την ώρα μας φάνηκαν άκρως ενοχλητικά. Μέσα στη σκοτούρα μας το μόνο που σκεφτόμαστε ήταν πότε θα ξεκουμπιστεί να μας αφήσει στην ησυχία μας. Οπότε του λέω, «θα σου δώσω ένα δώρο και θα φύγεις». Βγάζω λοιπόν ένα χάρτη της Αφρικής και του δείχνω πρώτα όλη την ήπειρο, μετά τη Σενεγάλη και τέλος το Καολάκ, εξηγώντας του ότι εμείς βρισκόμαστε σ’ αυτό το σημείο. Ο μικρός ενθουσιάστηκε. «Πάρε τον χάρτη και φύγε», του είπα, αλλά εκείνος δεν έφευγε. Τότε ήταν που μας εκμυστηρεύτηκε ότι είχε ένα όνειρο: να πάει στο σχολείο.
       «Μπράβο», του είπαμε, «αλλά εμείς τι σχέση μπορεί να έχουμε με το όνειρό σου;»
       Μας είπε λοιπόν ότι είχε πάει στον μαραμπού (τον σοφό μάγο του χωριού) κι εκείνος του είπε ότι θα πήγαινε στο σχολείο αν του έφερνε μαλλιά ξανθιάς γυναίκας. Ο μικρός είχε δει την ξανθιά κόμη της Ν. και γι’ αυτό μας είχε γίνει κολιτσίδα. Ήμαστε το μέσον για την επίτευξη του μεγαλειώδους στόχου του. Ήταν πράγματι πολύ συγκινητικό να βλέπεις ένα παιδί να έχει τέτοια λαχτάρα για το σχολείο και τη μάθηση. Ειδικά όταν τα δικά μας παιδιά μισούν το σχολείο.
       Χωρίς δεύτερη σκέψη, η Ν. πήρε ένα ψαλίδι και έκοψε μια τούφα από τα μαλλιά της, την έδωσε στον πιτσιρικά, ο οποίος μας ευχαρίστησε θερμά και, αφού πήρε μαζί του και τον χάρτη, έφυγε θριαμβευτικά. Μετά από αυτό το περιστατικό, ξαναβυθιστήκαμε στην απελπισία μας, προσπαθώντας μάταια να σκεφτούμε μια λύση στο πρόβλημά μας. Δεν πέρασε πολλή ώρα και ο μικρός εμφανίστηκε πάλι, αυτή τη φορά με τον πατέρα του, που αφού μας ευχαρίστησε κι αυτός, μας ρώτησε ποιο ήταν το πρόβλημά μας. Του εξηγήσαμε πώς είχε η κατάσταση και ότι παρ’ όλο που είχαμε ένα σεβαστό ποσόν σε ξένο συνάλλαγμα, δεν μπορούσαμε να αγοράσουμε τίποτα.
       «Θα βρούμε λύση», μας καθησύχασε και μας οδήγησε σε ένα Club Mediterranee που υπήρχε εκεί κοντά. «Εδώ θα μπορέσετε να αλλάξετε τα λεφτά σας».
       Μπήκαμε μέσα, πήγαμε στη ρεσεψιόν, όμως ο υπάλληλος μας είπε πως το ξενοδοχείο δεν μπορούσε να μας εξυπηρετήσει. «Αν θέλετε, ρωτήστε τους πελάτες μας», είπε.
       Έτσι κι εμείς πήραμε έναν προς έναν τους πελάτες και τους ρωτήσαμε αν μπορούσαν να μας αλλάξουν χρήματα. Κανείς δεν φάνηκε πρόθυμος να μας βοηθήσει. Φύγαμε από το Club Med όχι μόνο απογοητευμένοι, αλλά και τσαντισμένοι. Ήταν φοβερό! Οι ντόπιοι έκαναν ό,τι περνούσε από το χέρι τους για να μας βγάλουν από τη δύσκολη θέση και οι δήθεν πολιτισμένοι λευκοί μας είχαν γυρίσει απαξιωτικά την πλάτη.
       Ο συνοδός μας ωστόσο δεν το έβαλε κάτω. «Μην ανησυχείτε, θα πάμε αλλού», είπε και μας πήγε σε δέκα διαφορετικά σημεία. Μάταια όμως. Άσε που κοντεύαμε να ξοδέψουμε και την ελάχιστη βενζίνη που μας είχε απομείνει. Εκεί όμως που είχαμε χάσει και την τελευταία ελπίδα μας, μας πήγε σε ένα συγγενή του, ένα μεγαλέμπορα, που προθυμοποιήθηκε αμέσως να μας αλλάξει τα ελβετικά φράγκα μας σε CFA. O άνθρωπος δεν είχε ιδέα ποια ήταν η αντιστοιχία μεταξύ των δύο νομισμάτων, όμως δεν αμφισβήτησε στο ελάχιστον την τιμιότητά μας. Φυσικά, κι εμείς φανήκαμε ιδιαίτερα γενναιόδωροι στη συναλλαγή αυτή. Όταν δε τον ρωτήσαμε τι θα έκανε με τα ελβετικά φράγκα, μας απάντησε ότι θα τα άλλαζε στο Ντακάρ, όπου πήγαινε κάθε δυο-τρεις μήνες. Τόσο απλά.
       Φύγαμε, αφού τον ευχαριστήσαμε ολόψυχα για το καλό που μας είχε κάνει. Θέλαμε όμως να ευχαριστήσουμε και τον πατέρα του παιδιού, αν και δεν ξέραμε τι να του δώσουμε. Το λιγότερο που μπορούσαμε να κάνουμε ήταν να τον γυρίσουμε στο σπίτι του μετά από όλη αυτή την περιπλάνηση. Ενώ ήμαστε στον δρόμο, κάποια στιγμή μας έκανε νόημα να σταματήσουμε γιατί ήθελε να πάρει κάτι. Μπήκε γρήγορα σε μια καλύβα, που αποδείχτηκε ότι ήταν φούρνος, και βγήκε με ένα καρβέλι ζεστό ψωμί στο χέρι. Το πέταξε από το παράθυρο και χάθηκε μέσα στο πλήθος, προτού προλάβουμε να αντιδράσουμε. Το ψωμί αυτό ήταν το «ευχαριστώ» του γι’ αυτό που είχαμε κάνει για τον γιο του. Μια τούφα ξανθά μαλλιά και η ελπίδα πως το παιδί του θα μορφωθεί τον έκανε να αισθάνεται υποχρεωμένος απέναντί μας. Δεν ξέρω αν αντιλαμβανόταν πόσο υποχρεωμένοι ήμαστε εμείς απέναντι σε τόση καλοσύνη.
       Συνεχίσαμε το ταξίδι μας προς τα νότια συναντώντας συνέχεια εμπόδια και δυσκολίες. Θελήσαμε να περάσουμε και στην Γκάμπια, αλλά ανακαλύψαμε ότι είχαμε χάσει τα χαρτιά του αυτοκινήτου και δεν μας άφησαν να διασχίσουμε τα σύνορα. Ακόμα πιο νότια, ήρθαμε αντιμέτωποι με κάτι στρατιώτες που μας ζήτησαν επίσης τα χαρτιά του αυτοκινήτου κι όταν τους ρωτήσαμε για ποιο λόγο, αυτοί μας είπαν ότι ο έλεγχος ήταν απαραίτητος αν θέλαμε να μπούμε στη … Σενεγάλη. «Και τώρα πού βρισκόμαστε;» ρωτήσαμε. «Στη Γουινέα Μπισσάου», ήταν η απάντηση. Είχαμε μπει σε άλλη χώρα χωρίς να το καταλάβουμε… Τελικά, κάποια στιγμή που οι στρατιώτες πήγαν λίγο πιο πέρα, πάτησα γκάζι και περάσαμε τα σύνορα παράνομα.
       Μια φορά που χάσαμε για νιοστή φορά τον δρόμο μας και μάλιστα μέσα στο σκοτάδι, βρεθήκαμε σε ένα χωριό. Η χαρά μας ήταν απερίγραπτη όταν τα φώτα μας έπεσαν πάνω σε ανθρώπους. Μας υποδέχτηκε ο αρχηγός τους, ο οποίος δεν μιλούσε λέξη γαλλικά. Ήταν μεγάλος σε ηλικία με άσπρα μαλλιά και μια τεράστια ουλή στο στήθος. Προσπάθησα με νοήματα να του εξηγήσω ότι είχαμε χαθεί. Τίποτα. Μετά του έδειξα τον χάρτη. Φυσικά, δεν είχε δει χάρτη ποτέ στη ζωή του. Το ίδιο ίσχυε και για τους υπόλοιπους κατοίκους που τώρα πια μας είχαν περικυκλώσει. Εμείς προσπαθούσαμε να τους δείξουμε προς τα πού πηγαίναμε, ενώ εκείνοι έπιαναν το κεφάλι τους και έκαναν διάφορους μορφασμούς. Με τα πολλά καταλάβαμε ότι μας ζητούσαν ασπιρίνες…
       Εδώ πρέπει να κάνω μία παρένθεση και να πω ότι όποιος πάει στην Αφρική και θέλει να ταξιδέψει off the road όπως εμείς, καλό είναι να έχει μαζί του πολλές ασπιρίνες. Δεν μπορείτε να φανταστείτε τι χαρά μπορείς να δώσεις στους ιθαγενείς έστω και με ένα δισκίο. Θεωρείται θαυματουργό φάρμακο και έχω ορκιστεί πως αν τύχει να ξαναπάω, θα πάρω μαζί μου κούτες ολόκληρες. Το δεύτερο πράγμα που δίνει μεγάλη χαρά κυρίως στα παιδιά είναι τα χαρτιά και τα μολύβια, αλλά και τα κόμιξ. Εμείς είχαμε αρχίσει να σκίζουμε σελίδες από τα Μίκυ Μάους που είχε μαζί του ο Ο. και να τις μοιράζουμε στα πιτσιρίκια, τα οποία κυριολεκτικά τρελαινόντουσαν λες και τους είχαμε δώσει ολόκληρο θησαυρό.
       Τους δώσαμε λοιπόν μερικά δισκία (στην αρχή ήμαστε πιο γενναιόδωροι με τις ασπιρίνες, όμως όσο περνούσαν οι μέρες και βλέπαμε ότι μας τελείωναν, είχαμε γίνει πιο φειδωλοί) και μετά προσπαθήσαμε πάλι να τους δώσουμε να καταλάβουν προς τα πού πηγαίναμε για να μας δείξουν τη σωστή κατεύθυνση. Τελικά, μετά από πολλή παντομίμα, κατάλαβαν. Τότε ο αρχηγός στράφηκε στα παιδιά του χωριού, προφανώς τα ρώτησε ποιο θα μας έδειχνε το δρόμο, σήκωσαν όλα τα χέρια τους φωνάζοντας «εγώ, εγώ», κι εκείνος διάλεξε ένα λέγοντας μας ότι αυτό θα μας έδειχνε τον δρόμο. Εγώ νόμιζα ότι θα μας οδηγούσε 100, 200, άντε 300 μέτρα ώσπου να βρεθούμε στον χωματόδρομο που είχαμε χάσει. Ο μικρός σκαρφάλωσε στο τζιπ (πρώτη φορά έμπαινε σε αυτοκίνητο), κάθισε στα γόνατα της Ν. και άρχισε να μας δείχνει με το δάχτυλό του πού έπρεπε να πάμε. Διασχίσαμε γύρω στα 3-4 χιλιόμετρα, στρίβοντας δεξιά – αριστερά εδώ κι εκεί, προτού βγούμε ξανά στον χωματόδρομο.
       «Από δω και πέρα μπορείτε να συνεχίσετε», μας είπε ή φαντάζομαι πως μας είπε γιατί δεν καταλάβαινα τη γλώσσα του, και κατέβηκε από το τζιπ. Του φώναξα να μπει πάλι μέσα για να τον γυρίσω στο χωριό – ήξερα τώρα πώς να ξαναβρώ τον δρόμο μου. Ένα παιδάκι στη ζούγκλα και μάλιστα μέσα στη μαύρη νύχτα δεν είναι καθόλου ασφαλές. Ο μικρός όμως είχε ήδη χαθεί μέσα στο σκοτάδι.
       Περιπλανηθήκαμε στη Σενεγάλη γύρω στον ένα μήνα. Αφού φτάσαμε μέχρι τα νότια σύνορά της χώρας, συνεχίσαμε προς τον Βορρά κι ύστερα ξαναγυρίσαμε στα παράλια. Πήγαμε παντού ή σχεδόν παντού, βιώνοντας πολλές ακόμα περιπέτειες. Αυτό όμως που μου έχει μείνει περισσότερο από αυτό το ταξίδι ήταν η καλοσύνη των ντόπιων. Θυμάμαι την πρώτη μέρα που πατήσαμε το πόδι μας σ’ αυτή τη χώρα, πόσο θέλαμε να ξεφύγουμε από τους ιθαγενείς και να βρεθούμε μόνοι μας. Σιγά σιγά, μέσα από τις δυσκολίες που αντιμετωπίσαμε, η διάθεση αυτή αντιστράφηκε κατά 180 μοίρες. Η παρουσία των ιθαγενών μάς ήταν όλο και πιο απαραίτητη. Αυτοί οι άνθρωποι, μέσα στη φτώχια και τη μιζέρια που ζούσαν, ήξεραν ότι κανείς δεν μπορεί να αντεπεξέλθει μόνος του. Ότι η αλληλεγγύη μέσα σε μια κοινωνία είναι αυτονόητη. Ότι πρέπει να προσφέρουν τη βοήθειά τους για να γίνουν κι αυτοί αποδέκτες βοήθειας όταν χρειαστεί. Εμάς, η αφθονία μας έχει κάνει εγωιστές. Οι ανέσεις μας έχουν απομονώσει. Όταν όμως βρεθούμε έξω από τη γυάλα της δυτικής κοινωνίας, βλέπουμε ξεκάθαρα ότι οι άνθρωποι από τη φύση τους λειτουργούν μόνο ως ομάδα. Οι λεγόμενοι απολίτιστοι μας είχαν δώσει ένα γερό μάθημα πολιτισμού.

Πέμπτη, 1 Απριλίου 2010

ΠΕΡΙΠΕΤΕΙΕΣ ΣΤΗ ΣΕΝΕΓΑΛΗ 2 Ή ΠΩΣ ΔΕΝ ΜΑΣ ΦΑΓΑΝ Τ’ ΑΓΡΙΑ ΘΗΡΙΑ

 
(Για όσους δεν θυμούνται, είχαμε μείνει στο σημείο όπου, στην όχθη ενός ποταμού στη βάση ενός βαθιού φαραγγιού, ακούγαμε από τη μία τους εκκωφαντικούς βρυχηθμούς ενός λιονταριού και από την άλλη τα βήματα ενός ιπποπόταμου που μόλις είχε βγει από το νερό και μας ακολουθούσε).

Φυσικά, δεν έπρεπε να χάσουμε ούτε δέκατο του δευτερολέπτου, οπότε αρχίσαμε να τρέχουμε, χωρίς καν να γυρίσουμε να κοιτάξουμε το παχύδερμο που ερχόταν από πίσω μας. Σκαρφαλώσαμε σαν χιμπατζήδες την πλαγιά και μέσα σε ελάχιστο χρόνο βρεθήκαμε στο σημείο που είχαμε παρκάρει το τζιπ μας. Επειδή σε λίγο θα σκοτείνιαζε, αποφασίσαμε να περάσουμε τη νύχτα μας εκεί. Μαζέψαμε λοιπόν ξύλα για να ανάψουμε μια μεγάλη φωτιά, όπως μας είχαν συμβουλέψει οι ιθαγενείς, και διαλέξαμε ένα μέρος χωρίς πολλά δέντρα -- για να έχουμε ορατότητα-- και όσο το δυνατόν πιο κοντά στην άκρη του φαραγγιού, έτσι ώστε να έχουμε τα νώτα μας καλυμμένα σε περίπτωση που εμφανιζόταν κάποιο άγριο ζώο: εμείς μπορούσαμε εύκολα να κατέβουμε την πλαγιά, όχι όμως και το λιοντάρι ή η λεοπάρδαλη που θα μας επισκεπτόταν. Ετοιμαστήκαμε για ύπνο, ο Ο. μέσα στο τζιπ όπως συνήθως, η Ν. κι εγώ στα σλίπινγκμπαγκ μας, ωστόσο δεν κλείσαμε μάτι όλη νύχτα, γιατί στα 10 μέτρα πιο πέρα, πίσω από κάτι θάμνους, την είχε αράξει ένα λιοντάρι (μήπως το ίδιο που είχαμε ακούσει και νωρίτερα;). Του οποίου η παρουσία γινόταν αισθητή όχι τόσο από τους βρυχηθμούς του, που βέβαια τους ακούγαμε κάθε 10-15 λεπτά, αλλά από τη φοβερή βρώμα που κουβαλούσε. Προφανώς είχε σκοτώσει κάποιο ζώο που το είχε μεταφέρει εκεί, έτσι όλος ο τόπος μύριζε ψοφίμι. Βέβαια εμείς ούτε λόγος να κουνηθούμε. Μείναμε ακίνητοι εκεί, με τα μάτια ορθάνοιχτα, ανυπομονώντας να ξημερώσει.
        Το άλλο πρωί – σαν να μην έφταναν όσα είχαμε περάσει την προηγουμένη – μας περίμενε μια πολύ δυσάρεστη έκπληξη. Και οι τρεις μας είχαμε πετάξει κάτι άσπρα σπιθουράκια γεμάτα πύον. Παντού! Φαίνεται πως το νερό στο ποτάμι όπου είχαμε κάνει το μπάνιο μας ήταν μολυσμένο. Πανικόβλητοι, αλειφτήκαμε με οινόπνευμα, μπεταντίν και κάτι αλοιφές που είχαμε στο φαρμακείο μας. Ευτυχώς, τα σπιθουράκια μαράθηκαν σχετικά γρήγορα. Για άλλη μια φορά την είχαμε γλιτώσει.
        Συνεχίσαμε το ταξίδι μας μέσα από κακοτράχαλους χωματόδρομους, πάντα χάνοντας τον δρόμο κάθε τρεις και λίγο, ώσπου κάποια στιγμή ζήτησα από τη Ν. να μου δώσει να πιω λίγο νερό. Μόλις είχε τελειώσει το μπουκάλι που είχε στο χέρι της, οπότε σταματήσαμε να πάρουμε ένα από τα 100 μπουκάλια που είχαμε στο πορτμπαγκάζ, το οποίο ανοίξαμε και τι να δούμε; Και τα 100 μπουκάλια, που ήταν από ένα πολύ ευτελές και μαλακό πλαστικό, είχαν σπάσει λόγω των κραδασμών και δεν είχαμε σταγόνα νερό! Η λέξη απελπισία είναι πολύ μικρή για να περιγράψει αυτό που αισθανθήκαμε. Τι θα κάναμε; Είχαμε ακόμα 100 χλμ. μέχρι την επόμενη πόλη, που σήμαινε γύρω στις δύο μέρες ταξίδι. Πώς θα αντέχαμε χωρίς νερό; Είχαμε υπολογίσει ότι σ’ αυτές τις συνθήκες ζέστης και ξηρασίας, ξοδεύαμε περίπου 20 μπουκάλια την ημέρα. Οπότε τώρα ήταν σίγουρο ότι θα πεθαίναμε από τη δίψα. Χωριό δεν υπήρχε πουθενά στον ορίζοντα. Το μόνο που συναντούσαμε ήταν ποτάμια, εκπληκτικά για φωτογραφίες, αλλά εξίσου βρώμικα με εκείνο που ευθυνόταν για τις καντήλες που είχαμε βγάλει νωρίτερα. Κάποια λύση όμως έπρεπε να βρούμε. Πήραμε λοιπόν κολλητική ταινία, επισκευάσαμε όσα μπουκάλια μπορούσαμε και, αφού διπλώσαμε πολλές φορές το τούλι από τις κουνουπιέρες μας, το χρησιμοποιήσαμε σαν φίλτρο για το ποταμίσιο νερό. Ευτυχώς, είχα μαζί μου και απολυμαντικά δισκία, από τα οποία έριχνα ένα σε κάθε μπουκάλι. Μετά από τρεις ώρες, το νερό ήταν πόσιμο, αν και μύριζε σαπίλα από τα βρύα και τα σάπια ξύλα που επέπλεαν στο ποτάμι. Μόλις το έβαζες στο στόμα σου αηδίαζες. Ωστόσο έπρεπε να πίνουμε έστω και μία γουλιά κάθε τόσο για να μην αφυδατωθούμε. Στη διάρκεια αυτής της φάσης ήταν που ξαφνικά βλέπω τον Ο., κατάχλωμο να πέφτει ξερός με τα μάτια ορθάνοιχτα και το βλέμμα τελείως κενό.
          «Το νερό!» είπα σίγουρος ότι είχε πάθει δηλητηρίαση και έντρομος χίμηξα πάνω του για να τον ταρακουνήσω. Καμία αντίδραση. Τον αρχίζω λοιπόν στα χαστούκια μπας και συνέλθει. Τίποτα αυτός. Στο τέλος, μέσα στην απόγνωσή μου του ρίχνω ένα πολύ δυνατό μπάτσο, που τον ξύπνησε για τα καλά – τόσο καλά που μου το ανταπέδωσε ακαριαία με την ίδια δύναμη. Εγώ και η Ν. βάλαμε τα κλάματα από τη χαρά μας που ο Ο. ήταν ζωντανός, ενώ εκείνος μας κοιτούσε απορημένος, αγνοώντας τη λαχτάρα που είχαμε περάσει. Η λιποθυμία του ήταν μάλλον αποτέλεσμα αφυδάτωσης. 
        Άλλο ένα ευτράπελο που μας συνέβη ήταν που περνώντας από ένα χωριό με αχυροκαλύβες μας σταμάτησαν δύο στρατιώτες για να μας κόψουν κλήση για υπερβολική (!!!) ταχύτητα. Μας έπιασαν τα γέλια. «Κι εσείς πού ξέρετε με τι ταχύτητα πηγαίναμε;» τους ρώτησα κι αυτοί απάντησαν: «Μα σας κατέγραψε το ραντάρ». Ραντάρ μέσα στη σαβάνα… Τι άλλο θα ακούγαμε, Θεέ μου! Στο τέλος ξεκαρδίστηκαν κι αυτοί στα γέλια και μας άφησαν να συνεχίσουμε το ταξίδι μας.
        Την επόμενη μέρα, λίγο πριν βραδιάσει, φτάσαμε σε ένα χωριό όπου βρήκαμε ένα παντοπωλείο που πουλούσε νερά. Ενθουσιασμένοι, πήγαμε να αγοράσουμε, όμως ο τυπάκος που ήταν εκεί δεν δέχτηκε να τον πληρώσουμε. «Σας τα χαρίζω», μας είπε κερνώντας μας επιπλέον κι από ένα τσάι. «Όμως θέλω να μου κάνετε μια χάρη: Έχω ένα φορτηγό που κάνει μεταφορές, το οποίο έπαθε ζημιά. Είναι περίπου 20 χλμ μακριά. Εγώ ήρθα ως εδώ με τα πόδια. Τώρα πρέπει να πάρω το λεωφορείο για το Ντακάρ, να αγοράσω τα ανταλλακτικά που χρειάζομαι και να ξαναγυρίσω με τα πόδια ως το λεωφορείο – καταλαβαίνετε πόσος χρόνος χρειάζεται για όλα αυτά…»
        «Και από μας τι θέλεις;» τον ρώτησα.
        «Στο φορτηγό άφησα τους εργάτες μου. Δεν έχουν τίποτα να φάνε. Μπορείς να τους πας λίγο φαγητό για να μην πεθάνουν από την πείνα; Στο δρόμο σας είναι», είπε και έφερε ένα τεράστιο ταψί με ένα βουνό βρασμένο ρύζι που μας έσπασε τη μύτη– το αφρικανικό ρύζι είναι απίστευτα γλυκό και αρωματικό.
        Τι να κάνουμε κι εμείς, φορτώσαμε το ταψί στο πορτμπαγκάζ και ξεκινήσαμε, σίγουροι ότι δεν επρόκειτο να βρούμε τους εργάτες, γιατί όπως είπα πηγαίναμε πάνω σε άτυπους χωματόδρομους και μία μοίρα παρέκκλιση να κάναμε, βρισκόμαστε σε εντελώς άλλη κατεύθυνση. Σε λίγο βράδιασε κιόλας, πράγμα που δυσκόλευε ακόμα περισσότερο τα πράγματα. Μέσα στο μαύρο σκοτάδι, εκεί που είχα χάσει και την τελευταία ελπίδα μου, πετάγονται μπροστά μου δύο άντρες. Λίγο έλειψε να τους πατήσω. Αμέσως, μας έκαναν νόημα να τους δώσουμε τσιγάρα. Είχα ένα πακέτο όλο κι όλο με εφτά-οχτώ τσιγάρα μέσα. Πήρα δύο και έκανα να τους τα δώσω, όταν τα φώτα του τζιπ έπεσαν πάνω σε κάτι που έμοιαζε με φορτηγό. Οπότε αρχίζω να τους ψαρεύω: Δικό σας το φορτηγό; Τι έγινε; Πού είναι το αφεντικό; κλπ κλπ. Όσο απίστευτο κι αν φαινόταν, είχαμε πέσει πάνω σ’ αυτούς που ψάχναμε.
        «Ε λοιπόν», τους λέω, «σας έχω κάτι πολύ καλύτερο από τσιγάρα». Και βγάζω από το πορτμπαγκάζ το ταψί με το ρύζι. Οι άνθρωποι τρελάθηκαν από τη χαρά τους. Πεινασμένοι όπως ήταν, όρμησαν να φάνε, αφού μας χιλιοευχαρίστησαν για την εξυπηρέτηση. Στο τέλος τους αφήσαμε και όλο το πακέτο με τα τσιγάρα και φύγαμε.
        Με τα πολλά, φτάσαμε επιτέλους και στο Καολάκ. Πρώτος μας στόχος ήταν να αλλάξουμε τα χρήματα που είχαμε (ελβετικά φράγκα, δολάρια, λίρες Αγγλίας) στο τοπικό νόμισμα που είναι το CFA. Τα πορτοφόλια μας ήταν γεμάτα, αλλά η αγοραστική μας δύναμη μηδενική, αφού δεν είχαμε ούτε ένα CFA, αλλά και ούτε ένα γαλλικό φράγκο – το μόνο ξένο νόμισμα που είναι αποδεκτό στις συναλλαγές. Έπρεπε λοιπόν να πάμε επειγόντως στην τράπεζα. Που ήταν κι αυτή μια αχυροκαλύβα. Μπαίνουμε μέσα, βλέπουμε δύο άτομα όλα κι όλα, λέω «θέλω να αλλάξω χρήματα», «εντάξει», μου λένε. Βγάζω ένα μάτσο ελβετικά φράγκα, τα οποία ο ταμίας κοίταξε με μεγάλη απορία.
        «Τι είναι αυτά;» με ρώτησε και του εξήγησα περί τίνος επρόκειτο.
        «Α, δεν αλλάζουμε ελβετικά φράγκα», είπε.
        «Δολάρια;» ρώτησα.
         «Ούτε δολάρια», είπε εκείνος κι ύστερα μου απέκλεισε και όλα τα άλλα ξένα νομίσματα εκτός από τα γαλλικά φράγκα, που δεν είχαμε και που ούτως ή άλλως περνούσαν σαν τοπικό νόμισμα, οπότε δεν θα χρειαζόμασταν να τα αλλάξουμε. «Ούτε έχουμε δει αυτά τα νομίσματα, ούτε ξέρουμε τι αξία έχουν», δικαιολογήθηκε.
        «Πάρτε ένα τηλέφωνο στα κεντρικά της τράπεζας στο Ντακάρ», πρότεινα εγώ.
        «Τηλέφωνο;» απόρησε ο υπάλληλος. «Δεν έχουμε τηλέφωνο».
        Άλλη τράπεζα δεν υπήρχε. Ήμαστε κυριολεκτικά άφραγκοι. Δεν μπορούσαμε να αγοράσουμε τίποτα – ούτε βενζίνη, ούτε φαγητό, ούτε νερό. Και μάλιστα στην καρδιά της Αφρικής. Πώς θα συνεχίζαμε το ταξίδι; Πώς θα γυρίζαμε πίσω; Την είχαμε πολύ άσχημα. Χειρότερα από κάθε άλλη φορά. Βγήκαμε από την τράπεζα, απελπισμένοι. Ποιος μας έβγαλε από τη μαύρη απελπισία μας; Και πάλι η συνέχεια στο επόμενο…