Τετάρτη, 24 Φεβρουαρίου 2010

ΙΠΤΑΜΕΝΟΣ ΚΑΙ ΠΑΡΑ ΛΙΓΟ ΜΑΚΑΡΙΤΗΣ


    Από μικρό παιδί αγαπούσα τα αεροπλάνα και ονειρευόμουν να μπορώ να πετάω κι εγώ μια μέρα από τη θέση του πιλότου. Έτσι, κάποια στιγμή, γράφτηκα σε μια αερολέσχη και ξεκίνησα μαθήματα – στην αρχή στο έδαφος και μετά εν πτήσει – πάντα με τον εκπαιδευτή μου, τον Σερζ, έναν ικανότατο πιλότο και εκπληκτικό άνθρωπο που του χρωστάω πολλά. (Δυστυχώς, ο Σερζ δεν υπάρχει πια. Σκοτώθηκε σε ένα αεροπορικό δυστύχημα. Ένας συνάδελφός του που θα πέταγε με ένα μαθητή του στη Λυών, τον κάλεσε να τους συνοδεύσει. Σκοτώθηκαν και οι τρεις στην προσγείωση. Στη θέση του πρώτου πιλότου καθόταν ο μαθητής, στην θέση του δεύτερου πιλότου ο συνάδελφος, ενώ ο Σερζ καθόταν πίσω. Είμαι βέβαιος ότι αν ήταν εκείνος στο τιμόνι, θα είχαν σωθεί).
    Θυμάμαι μια μέρα, μετά από λίγα μαθήματα, είχα πάει στην αερολέσχη με τους γονείς μου για μια ακόμα πτήση με τον δάσκαλό μου. Άφησα τον πατέρα μου και τη μητέρα μου να πιουν έναν καφέ, κι εγώ ανέβηκα στο αεροπλάνο με τον Σερζ. Ο οποίος από τη στιγμή που κάθισα στη θέση μου, δεν σταμάτησε να μου κάνει παρατηρήσεις και μάλιστα σε πολύ έντονο τόνο. «Γιατί πετάς στα 2.250 πόδια, αφού πρέπει να πετάς στα 2.200; Γιατί κάνεις αυτό και όχι εκείνο; Τι σου έχω μάθει; Τι σου έχω πει;» Και μετά από λίγο πάλι τα ίδια. Και δωσ’ του νεύρα, δως’ του φωνές. Έβρισκε πως όλες οι κινήσεις μου ήταν λάθος, παρ’ όλο που εγώ προσπαθούσα να τα κάνω όλα σωστά.
    Αφού λοιπόν είχα προσγειώσει και απογειώσει το αεροπλάνο δεν ξέρω κι εγώ πόσες φορές μέσα σε ένα κλίμα τρομερού εκνευρισμού, κάποια στιγμή σκέφτηκα πως δεν άντεχα άλλο και ότι θα ήταν καλύτερα να σταματήσω. Αρκετά είχα ταλαιπωρηθεί. Οι φωνές και οι διαπληκτισμοί με είχαν κουράσει. Έτσι προσγειώθηκα με σκοπό να αφήσω το αεροπλάνο και να πάω σπίτι μου. Θα υπήρχαν και καλύτερες μέρες… Ενώ το αεροπλάνο τροχοδρομούσε, αφήνοντας πίσω του τον διάδρομο προσγείωσης, βρεθήκαμε στη διασταύρωση που οδηγεί από τη μία πλευρά στο πάρκινγκ και από την άλλη στο διάδρομο απογείωσης. Σ’ αυτό ακριβώς το σημείο, ο Σερζ τράβηξε το φρένο και έξαλλος άρχισε να μου φωνάζει: «Δεν μ’ ακούς! Κάνεις του κεφαλιού σου! Εγώ δεν πετάω ξανά μαζί σου! Πέτα μόνος σου!» Και έφυγε.
    Είχα μείνει άναυδος. «Μα πού πάει αυτός;» σκέφτηκα. «Τι μου λέει τώρα; Να φύγω χωρίς αυτόν;» Ήμουν για πρώτη φορά μόνος στο αεροπλάνο, με τη μηχανή να δουλεύει και την έλικα να γυρίζει, και ενώ πριν από λίγα δευτερόλεπτα ήμουν αποφασισμένος να πάω στο πάρκινγκ και να κατέβω, έλυσα το φρένο και κατευθύνθηκα προς τον διάδρομο απογείωσης. Η συγκίνησή μου ήταν απερίγραπτη. Λες και ήμουν έτοιμος να κατακτήσω ολόκληρο τον κόσμο. Θυμάμαι αυτή τη στιγμή σαν από τις πιο συναρπαστικές της ζωής μου. Αφού συνεννοήθηκα με τον πύργο ελέγχου, έβαλα τα γκάζια και απογειώθηκα. Τι υπέροχη αίσθηση ελευθερίας! Ένιωθα σαν πουλί έτσι όπως πετούσα στον γαλανό ουρανό και έβλεπα από κάτω τα σπίτια σκόρπια εδώ κι εκεί μέσα στο καταπράσινο τοπίο. Και ήμουν μόνος μου! Απόλυτα μόνος!
    Μετά από μια μεθυστική βόλτα γύρω από το αεροδρόμιο, σκέφτηκα πως ήταν καιρός πια να προσγειωθώ. Εκείνη τη στιγμή, ερχόταν και ένα άλλο αεροπλάνο, το οποίο είχε προτεραιότητα σε σχέση με μένα, όμως με τη σκέψη ότι προλαβαίνω και τον φόβο μην απομακρυνθώ πολύ από το αεροδρόμιο μέχρι να προσγειωθεί αυτό, όρμησα μπροστά του. Το τι βρισίδια άκουσα από τον άλλο πιλότο δεν λέγεται! (Η γραμμή είναι κοινή και ακούν όλοι όλους). Τα οποία βρισίδια όμως κόπηκαν μαχαίρι όταν ακούστηκε η πολύ ήρεμη φωνή του εκπαιδευτή μου να λέει από τον πύργο ελέγχου: «Βούλωσ’ το! Είναι η πρώτη του πτήση!». «Χαλάλι του…» αποκρίθηκε ο άλλος πιλότος και μου παραχώρησε την προτεραιότητα. Προσγειώθηκα ακολουθώντας με θρησκευτική ευλάβεια όσα με είχε μάθει τόσον καιρό ο Σερζ και αμέσως μετά προσγειώθηκε και ο άλλος – που όπως αποδείχτηκε ήταν… ο γείτονάς μου.
    Εν τω μεταξύ, οι γονείς μου όλο αυτό το διάστημα είχαν μείνει αποσβολωμένοι. Δεν είχαν ανταλλάξει κουβέντα – απλώς παρακολουθούσαν με το βλέμμα τους το αεροπλάνο, φυσικά με τρομερή αγωνία, αφού ήξεραν ότι ο δάσκαλός μου δεν ήταν μαζί μου και ότι ήταν η πρώτη σόλο πτήση μου. Με το που με είδαν να πλησιάζω, έπεσαν στην αγκαλιά μου και μαζί με όλη την αερολέσχη γιορτάσαμε το γεγονός όπως αρμόζει σ’ αυτές τις περιπτώσεις.
    Αφού πήρα λοιπόν το βάπτισμα του πυρός, χαιρόμουν αρκετά συχνά αυτό το χόμπι μου κάνοντας βόλτες με το αεροπλάνο μόνος μου ή με παρέα. Και επειδή το αγαπούσα τόσο, το καθιέρωσα και στο σχολείο ως δραστηριότητα. Είχα μαθητές που τους πήγαινα στην αερολέσχη για να πάρουν κι αυτοί δίπλωμα πιλότου. Φυσικά, αντί να τους περιμένω με σταυρωμένα χέρια, έβρισκα κι εγώ ευκαιρία να μπω σε ένα αεροπλάνο και να κάνω το κέφι μου.
    Ήταν 4 Δεκεμβρίου του 1992. Είχα πάρει , όπως συνήθως, εφτά-οχτώ υποψήφιους πιλότους-μαθητές μου και τους είχα φέρει στην αερολέσχη για το μάθημά τους. Αφού έφυγαν με τους εκπαιδευτές τους, εντόπισα λίγο πιο πέρα ένα ολοκαίνουργιο – τσίλικο – αεροπλάνο που άστραφτε ολόκληρο. Πολύ χλιδάτο κομμάτι! Ανάμεσα στα σαράβαλα που είχαν κάνει χιλιάδες ώρες πτήσης, αυτό ξεχώριζε σαν κύκνος ανάμεσα στις πάπιες. Έσπευσα να το καπαρώσω μην τυχόν και το προλάβει κανένας άλλος. Μπήκα μέσα και είχε ακόμα τη μυρωδιά του καινούριου. Η κονσόλα με τα όργανα γυάλιζε. Οροφή, δάπεδο έλαμπαν. Τα δερμάτινα καθίσματα ήταν τελείως άθικτα. Είχε κάνει μόλις 35 ώρες πτήσης. Με μεγάλη χαρά, έβαλα μπρος τη μηχανή, τροχοδρόμησα στον διάδρομο, έβαλα γκάζι και απογειώθηκα. Όμως δεν είχε περάσει ούτε ένα λεπτό από την απογείωση (δηλαδή ήμουν ακόμα χαμηλά, ευτυχώς όχι πολύ χαμηλά), όταν ξαφνικά η έλικα σταμάτησε και το αεροπλάνο πήρε μια κλίση προς τα κάτω.
    Εδώ πρέπει να κάνω μία παρένθεση και να αναφέρω ότι η εκπαίδευση του πιλότου δεν επικεντρώνεται τόσο στην πτήση του αεροσκάφους, όσο στην προσγείωση κάτω από δύσκολες συνθήκες και, δη, χωρίς τη μηχανή. Είχα κάνει τουλάχιστον 40 προσγειώσεις χωρίς τη μηχανή – πράγμα απαραίτητο για να πάρεις το δίπλωμά σου. Όμως πάντα με τον εκπαιδευτή μου δίπλα. Τώρα ήμουν μόνος και, κυρίως, κάτω από πραγματικές συνθήκες κινδύνου.
    Με έπιασε κρύος ιδρώτας. Μου κόπηκαν τα πόδια. Η καρδιά μου χτυπούσε σαν ταμπούρλο. Ο πανικός δεν με άφηνε να σκεφτώ λογικά και να κάνω τις κινήσεις που έπρεπε, δηλαδή να κοιτάξω να βρω έναν ελεύθερο χώρο, κενό από ανθρώπους, ηλεκτροφόρα σύρματα και κατοικίες, και να προσγειώσω το αεροπλάνο με σβηστή τη μηχανή. Αντιθέτως, άρχισα να προσπαθώ να ξαναβάλω μπρος. Εν τω μεταξύ το αεροπλάνο έπεφτε και η γη πλησίαζε επικίνδυνα… πολύ επικίνδυνα. Όμως εμένα μου είχε κολλήσει να βάλω μπρος τη μηχανή. Ήξερα πως όταν κάνει πολύ κρύο, συχνά σχηματίζεται πάγος στον θάλαμο ανάφλεξης της βενζίνης με αποτέλεσμα να μπουκώνει και να σβήνει η μηχανή. Γι’ αυτές τις περιπτώσεις υπάρχει ένα κουμπί που με το πάτημά του τα θερμά αέρια της εξάτμισης στρέφονται μέσα στη μηχανή και έτσι λιώνει ο πάγος. Πιστεύοντας ότι η βλάβη του αεροπλάνου οφειλόταν σε αυτή την αιτία, επέμενα κι εγώ στις παραπάνω ενέργειες.
    Τελικά, εκεί που είχα χάσει και την τελευταία μου ελπίδα, εκεί που έλεγα «Πάει, πεθαίνω!», επενέβη ο από μηχανής (κυριολεκτικά) θεός και η μηχανή πήρε μπρος. Αν δεν γινόταν αυτό, σε λίγα δευτερόλεπτα το αεροπλάνο μου θα διαλυόταν στο έδαφος κι εγώ θα ανέβαινα στους ουρανούς για πάντα. Τώρα έπρεπε να συγκεντρωθώ στην προσγείωση. Προσγειώθηκα κανονικά, με τη μηχανή αναμμένη, όλως παραδόξως απόλυτα ψύχραιμος, και αφού συνάντησα τον Σερζ που μου τα έψαλε ένα χεράκι για τις βλακείες που έκανα, πήγα να αναφέρω το επεισόδιο στους υπεύθυνους της αερολέσχης. Σε λίγα λεπτά, ένας μηχανικός προσπαθούσε να βάλει μπρος τη μηχανή. Μάταια όμως. Η μηχανή είχε πνεύσει τα λοίσθια.
    Την επομένη έμαθα ότι όλοι απορούσαν που ήμουν ακόμα ζωντανός. Πάγωσα όταν κατάλαβα ότι την είχα γλιτώσει παρά τρίχα. Η διάγνωση του συνεργείου ήταν ότι δεν επρόκειτο για βλάβη λόγω κρύου – η εκτίμησή μου ήταν εντελώς λανθασμένη. Η μηχανή, που ήταν ακόμα καινούρια, δεν είχε ρονταριστεί καλά και γι’ αυτό είχε σπάσει. Τόσο απλά. Το πώς πήρε ξανά μπρος εκείνη την τελευταία φορά είναι ένα μυστήριο. Φαίνεται πως ήταν γραφτό να ζήσω για να σας διηγηθώ αυτή την ιστορία.

Τρίτη, 9 Φεβρουαρίου 2010

Η ΔΟΥΛΕΙΑ ΚΑΝΕΙ ΤΟΝ… ΦΟΙΤΗΤΗ


Από τις αρχές της φοιτητικής μου ζωής στη Γενεύη, ήμουν αναγκασμένος να δουλεύω από δω κι από κει σε τακτά χρονικά διαστήματα, γιατί ναι μεν οι γονείς μου μού έστελναν το τότε επιτρεπόμενο από τον νόμο φοιτητικό συνάλλαγμα – 300 ελβετικά φράγκα, που τύχαινε να είναι και το ποσόν το επιτρεπόμενο από τα οικονομικά τους –όμως για να ζήσω χρειαζόμουν τουλάχιστον άλλα τόσα. Ευτυχώς το πανεπιστήμιο της Γενεύης, διέθετε γραφείο ευρέσεως εργασίας, όπου ο κάθε ενδιαφερόμενος μπορούσε να βρει τη δουλειά που του ταίριαζε τη δεδομένη στιγμή. Πολλοί διάλεγαν να κάνουν μαθήματα ή μπέιμπι σίτινγκ, να δουλέψουν σε σουπερμάρκετ ή σε τυπογραφείο για να εξασφαλίσουν ένα χαρτζιλίκι, όμως προσωπικά προτιμούσα τις πολύωρες εργασίες με συγκεκριμένη διάρκεια τριών ή τεσσάρων ημερών και υψηλό μεροκάματο, που θα μου εξασφάλιζαν μέσα σε λίγες μέρες τα λεφτά που μου έλειπαν για τον μήνα.

Μια τέτοια δουλειά, καλοπληρωμένη αλλά και πολύ δύσκολη, την οποία έκανα αρκετά συχνά, ήταν η καταμέτρηση δερμάτων άγριων ζώων και κυρίως κροκοδείλων στο τελωνείο. Οι ποσότητες ήταν τεράστιες. Σαράντα χιλιάδες δέρματα κατέφταναν στοιβαγμένα σε εκατοντάδες κουτιά που έπρεπε να ανοιχτούν για να καταμετρηθεί το εμπόρευμα πριν το παραλάβει η εταιρεία που είχε κάνει την παραγγελία. Εμάς μας πλήρωνε τόσο η εταιρεία που τα παραλάμβανε όσο και εκείνη που τα έστελνε, κάνοντας μας να νιώθουμε κάτι σαν ορκωτοί λογιστές: «Ναι, πράγματι ήταν 40.000 τα δέρματα, ούτε ένα λιγότερο ούτε ένα περισσότερο», επιβεβαιώναμε και γι’ αυτό πληρωνόμαστε γύρω στα 10 φράγκα την ώρα. Επίσης κάναμε και ποιοτικό διαχωρισμό – τόσα Α’ ποιότητας, τόσα Β’ ποιότητας, τόσα Γ’.
Βέβαια, κάποιος που τα ακούει αυτά μπορεί να μην αντιλαμβάνεται τον βαθμό δυσκολίας αυτής της δουλειάς, θεωρώντας πως η καταμέτρηση εμπορευμάτων μπορεί μεν να είναι βαρετή αλλά δεν είναι και τόσο εξουθενωτική. Εδώ πρέπει να διευκρινίσω ότι η παράμετρος που έκανε τη δουλειά δύσκολη ήταν η ανυπόφορη μπόχα – ένα συνονθύλευμα από τη βαριά οσμή του ακατέργαστου δέρματος και την έντονη δυσωδία της αμμωνίας και των άλλων συντηρητικών με τα οποία πότιζαν τα τομάρια. Μια φριχτή μυρωδιά που ακόμα κι αν δεν σου έφερνε λιποθυμία ή εμετό, εισχωρούσε στις ίνες των ρούχων σου, στα μαλλιά σου, στους πόρους της επιδερμίδας σου, και μετά δεν έλεγε να σε αφήσει για μέρες, όσο κι αν τριβόσουν με σαπούνι, όσο κι αν αρωματιζόσουν με κολόνιες. Την κουβαλούσες μαζί σου, ή νόμιζες ότι την κουβαλάς, γιατί ήταν ολοζώντανη μέσα στα ρουθούνια σου.

Όμως νούμερο ένα σκληρή εργασία από αυτές που έκανα ως φοιτητής ήταν στο εργοστάσιο της MAZDA , όπου προσλήφθηκα για να πλένω τα νεοεισαχθέντα αυτοκίνητα που έφταναν από την Ιαπωνία σε κακό χάλι μετά από το ταξίδι τους με πλοία και με τρένα και τα οποία έπρεπε να αστράφτουν προτού σταλούν στις αντιπροσωπείες για να πουληθούν. Πάνω σε ειδικές λωρίδες σχηματίζονταν ολόκληρες αλυσίδες από χιλιάδες καινούρια αυτοκίνητα, που περίμεναν ένα ένα να καθαριστούν από ταινίες, κολλημένα χαρτάκια, σκόνες κ.τ.λ. από ένα εργατικό δυναμικό 500 ατόμων.
Με την προοπτική ότι θα δούλευα δύο μήνες και θα έβγαζα τα απαραίτητα χρήματα για μια ολόκληρη χρονιά, είχα ενθουσιαστεί. Βέβαια, το ωράριο ήταν εξουθενωτικό: 5:00 π.μ. – 5:00 μ.μ.. Και μάλιστα στην καρδιά του χειμώνα -Φεβρουάριο μήνα- που περιττό να πω πόσο βαρύς είναι στην Ελβετία. Την πρώτη μέρα, με το που μπήκα, με πλησιάζει ο υπεύθυνος , ο κύριος Σκοτολάτι (30 χρόνια από τότε θυμάμαι ακόμα το όνομά του και θα το θυμάμαι όσο ζω) και μου δείχνει μία σειρά από αυτοκίνητα. Προτού ξεκινήσω κάθε ένα από αυτά, έπρεπε να χτυπάω την κάρτα εργασίας που μου είχαν δώσει και μόλις τελείωνα έπρεπε να την ξαναχτυπάω για να καταγράφεται ο χρόνος που έκανα για να πλύνω κάθε κομμάτι. Ξεκινάω λοιπόν με τον φανατισμό του νεοφώτιστου και πέφτω με τα μούτρα στο πλύσιμο του πρώτου αυτοκινήτου , το οποίο έκανα λαμπίκο μετά από περίπου μιάμιση ώρα. Πάω να αρχίσω και το δεύτερο με το ίδιο κέφι και ξαφνικά βλέπω τον κύριο Σκοτολάτι από πάνω μου - ξερακιανό, στεγνό, βλοσυρό - και μου κόπηκαν τα ήπατα.
«Μιάμιση ώρα για ένα αυτοκίνητο;» ούρλιαξε.
«Ναι, αλλά το έκανα τέλειο», προσπάθησα να δικαιολογηθώ.
«Έχεις ένα τέταρτο για το καθένα. Ούτε λεπτό παραπάνω. Αλλιώς απολύεσαι», με προειδοποίησε. Και το εννοούσε.
Με έπιασε πανικός. Ο στόχος μου φάνηκε τελείως ανέφικτος. Είχα δουλέψει με όλη μου την ψυχή, χωρίς χασομέρι, και μου είχε πάρει 90 λεπτά για να πλύνω ένα αυτοκίνητο. Τώρα πώς θα μείωνα τον χρόνο μου στο ένα έκτο; Για να μην πω για το πόσο με είχε ενοχλήσει ο εκβιασμός: Ή κάνεις αυτό που σου λέω ή άντε γεια .
Τέλος πάντων… πολλά περιθώρια δεν είχα. Στρώθηκα αμέσως στη δουλειά, προσπαθώντας να χρησιμοποιήσω όσο το δυνατόν πιο αποτελεσματικά τον εξοπλισμό με τον οποίο με είχαν προμηθεύσει και οργάνωσα την εργασία μου έτσι ώστε να προχωράω με τη σωστή σειρά και χωρίς περιττά πηγαινέλα. Οπότε μετά από δυο τρία αυτοκίνητα έφτασα – ω του θαύματος! – τον στόχο των 15 λεπτών.
Ένα αυτοκίνητο, λοιπόν, ανά 15 λεπτά. Και το ένα πίσω από το άλλο. Επί δώδεκα ώρες nonstop. Με μόνη διακοπή ένα εικοσάλεπτο διάλειμμα για το μεσημεριανό γεύμα. Οι ρυθμοί ήταν τέτοιοι που δεν είχαμε χρόνο να ανταλλάξουμε ούτε μία κουβέντα με τον διπλανό μας. Πραγματικά, εξοντωτική δουλειά που γινόταν ακόμα πιο αγχωτική κάτω από το άγρυπνο βλέμμα του κύριου Σκοτολάτι. Και μετά γυρνούσα στο σπίτι, όπου έπρεπε να διαβάσω για το Πανεπιστήμιο. Απορώ πώς άντεχα…
Με τον καιρό, ωστόσο, άρχισε να εκτιμάται πολύ η απόδοσή μου. Τα πιο καλοπλυμένα αυτοκίνητα ήταν τα δικά μου. Μάλιστα τιμής ένεκεν, μου ανέθεσαν να πλένω τα αυτοκίνητα που προορίζονταν για το Σαλόνι του Αυτοκινήτου που γινόταν κάθε Μάρτιο στη Γενεύη. Κι εγώ ένιωθα πολύ περήφανος που είχα αυτή την ευθύνη. Αυτό βέβαια δεν μείωνε την κούραση μου.
Οι δύο μήνες πέρασαν γρήγορα και ήρθε και η τελευταία μου μέρα στο εργοστάσιο. Έφτασα στις 5 το πρωί όπως πάντα, έπλυνα κάμποσα αυτοκίνητα με τον γνωστό εξοντωτικό ρυθμό των 15 λεπτών ανά κομμάτι και περίμενα με ανυπομονησία να φτάσει 5 το απόγευμα για να σχολάσω, να πάρω τα λεφτά μου και να αφήσω πίσω μου δια παντός το εργοστάσιο, τα αυτοκίνητα και πάνω απ’ όλα τον στριμμένο κύριο Σκοτολάτι, τον φόβο και τον τρόμο των εργαζομένων. Είκοσι λεπτά όμως πριν από τις πέντε, με πλησιάζει ο ίδιος ο κύριος Σκοτολάτι και μου λέει: «Αρκετά. Δύο μήνες δεν έχεις σηκώσει κεφάλι. Τώρα σταμάτα και έλα στην αίθουσα συνεστιάσεων».
Σταμάτησα λοιπόν τη δουλειά και αφού πλύθηκα, πήγα, όπως μου είχε ζητηθεί, στην αίθουσα συνεστιάσεων . Όπου, προς μεγάλη μου έκπληξη, με περίμενε όλο το προσωπικό του εργοστασίου και ένας τεράστιος μπουφές με όλα τα καλά: τυριά, αλλαντικά, κρασιά… Είχα μείνει άφωνος. Είχε στηθεί ολόκληρο αποχαιρετιστήριο πάρτυ για χάρη μου, για χάρη ενός φοιτητή-εργάτη των δύο μηνών. Και διοργανωτής ήταν ο μέχρι τότε αχώνευτος κύριος Σκοτολάτι. Αυτός που λίγα λεπτά νωρίτερα δεν ήθελα να ξαναδώ μπροστά μου. Αυτός που υπολόγιζε ακόμα και το δευτερόλεπτο στη δουλειά. Και που τώρα είχε σχολάσει 500 άτομα 20 λεπτά νωρίτερα για να μου πουν αντίο. Που τώρα, με μία μαγική κίνηση, είχε δείξει μια ανθρώπινη πλευρά που δεν είχα φανταστεί ποτέ. Τα δάκρια άρχισαν να τρέχουν ποτάμι από τα μάτια μου. Δεν μπορούσα να αρθρώσω ούτε μία λέξη. Τότε ήταν που ορκίστηκα να μη βιαστώ ποτέ ξανά να κρίνω τους ανθρώπους.

Πάντως απ’ όλες τις δουλειές που έκανα στα φοιτητικά μου χρόνια, θα μπορούσα να πω πως η πιο περιπετειώδης, αν και ίσως η πιο σύντομη, ήταν η εμπειρία μου με το μπέιμπι-σίτινγκ. Όλοι οι συμφοιτητές μου έκαναν αυτή τη δουλειά να ακούγεται σαν να ήταν η πιο ξεκούραστη στον κόσμο. Οι αποδοχές δεν ήταν σπουδαίες – έβγαζες το πολύ 5 ελβετικά φράγκα την ώρα και ποτέ δεν καθόσουν πάνω από ένα τρίωρο – ωστόσο, σύμφωνα με τα λεγόμενα των φίλων μου, τις περισσότερες φορές μπορούσες να βάλεις το παιδί για ύπνο κι εσύ να διαβάζεις για το πανεπιστήμιο. Αντί λοιπόν να μελετάς στο σπίτι, πας και μελετάς στο σπίτι του παιδιού, και σου μένει και το χαρτζιλίκι. Το τερπνόν μετά του ωφελίμου.
Ένα ωραίο απόγευμα λοιπόν παρουσιάστηκα κι εγώ σε ένα σπίτι για να προσφέρω τις υπηρεσίες μου ως μπέιμπι-σίτερ. Με το που μου άνοιξαν την πόρτα, κατάλαβα ότι βρισκόμουν στο βασίλειο ενός παιδιού. Δεν υπήρχε τετραγωνικό εκατοστό που να μην είναι καλυμμένο από πεταμένα παιχνίδια. Και ανάμεσα στα παιχνίδια, περιφερόταν ένας αεικίνητος πιτσιρικάς, περίπου 2-2,5 ετών. Οι γονείς, αφού μου έδωσαν κάποιες γενικές οδηγίες στα γαλλικά, αποχαιρέτησαν τον μικρό σε μια γλώσσα που μου φάνηκε κάτι σαν σλάβικα, και έφυγαν. Είχαμε μείνει οι δυο μας. Ένας μπέμπης γεμάτος ενέργεια και εγώ, που δεν ήξερα πώς μπορούσε να εκτονωθεί όλη αυτή η ενέργεια.
Η καλύτερη ιδέα που μπορούσα να σκεφτώ, και που την είχαν προτείνει και οι γονείς, ήταν μια βόλτα στο πάρκο. Πάμε λοιπόν εκεί κι αυτός αρχίζει να τρέχει πέρα δώθε, να πηγαίνει στα άλλα παιδάκια, να πέφτει, να σηκώνεται, να ξανατρέχει… Εγώ τον παρακολουθούσα από μια απόσταση ασφαλείας – ή τουλάχιστον έτσι νόμιζα αφού δεν υπήρχαν ούτε αυτοκίνητα, ούτε μοτοσυκλέτες ούτε άλλα τροχοφόρα εκεί γύρω. Η ασφάλεια όμως είναι κάτι το σχετικό, γιατί στο κέντρο του πάρκου υπήρχε ένα σιντριβάνι, όπου σκαρφάλωσε σε χρόνο μηδέν και πριν προλάβω να αντιδράσω, έπεσε μέσα… Τρελάθηκα! «Θα πνιγεί!» είπα από μέσα μου κι όρμησα πανικόβλητος να τον βγάλω έξω. Βρεγμένος όπως ήταν, με τα ρούχα του να στάζουν, τον πήρα και τον πήγα σπίτι. Στον δρόμο σκεφτόμουν τι θα πω στους γονείς του. Πώς μπορούσα να δικαιολογηθώ; Θα μου έκαναν μήνυση; Άσε που και μόνο στη σκέψη του τι θα μπορούσε να είχε συμβεί, με έπιανε κρύος ιδρώτας.
Με το που φτάσαμε στο σπίτι, άρχισε καινούρια περιπέτεια, γιατί δεν είχα ιδέα πού ήταν τα ρούχα του μικρού για να τον αλλάξω. Άρχισα λοιπόν να ανοίγω όλα τα συρτάρια και όλες τις ντουλάπες για να βρω αλλαξιές. Κάτι βρήκα τελικά, όμως δεν είχα αλλάξει παιδί ποτέ στη ζωή μου. Δεν ήξερα ούτε τι πρέπει να φοράει ένα παιδί ούτε πώς το φοράει. Εν τω μεταξύ, μέχρι να του βγάλω τα βρεγμένα ρούχα και να του βάλω τα στεγνά, αυτός κρύωνε και άρχισε να κλαίει, να κλωτσάει, να στριφογυρνάει… Βρε καλό μου, βρε χρυσό μου, κάτσε να σε αλλάξω! Τίποτα αυτός… Κάποια στιγμή, επιτέλους , κατάφερα να του φορέσω τα ρούχα του. Το κλάμα όμως συνεχιζόταν. Σε μια ύστατη προσπάθεια να τον ηρεμήσω, τον έβαλα να κοιταχτεί στον καθρέφτη του μπάνιου , με τη σκέψη ότι θα διασκέδαζε βλέποντας τα μούτρα του αλλά και τα δικά μου μούτρα καθώς έκανα διάφορες αστείες γκριμάτσες. Πράγματι, σε λίγα δευτερόλεπτα το κλάμα είχε αντικατασταθεί από γέλια, τα οποία μάλιστα έγιναν και κακαριστά, και εγώ είπα Δόξα τω Θεώ, όμως ξαφνικά κάνει μια απότομη κίνηση με το χέρι του και ρίχνει κάτω τα δεκάδες μπουκαλάκια που ήταν στριμωγμένα πάνω στο ραφάκι του μπάνιου. Τα μισά από αυτά έγιναν χίλια κομμάτια. Και παντού χύθηκαν κολώνιες και λοσιόν. Δεύτερος πανικός σε ένα απόγευμα. Πώς θα τα μαζέψω όλα αυτά; Και τι θα πω; ΤΙ ΘΑ ΠΩ; Ξαφνικά θυμήθηκα όλους τους συμφοιτητές μου που μου έλεγαν ότι στο μπέιμπι σίτινγκ κάθεσαι και διαβάζεις. Τι ειρωνία!
Μετά από πολύ ψάξιμο, βρήκα πανιά, σκούπες, φαράσια – τέλος πάντων, τα μάζεψα. Εκεί όμως που πάω να κλείσω πίσω μου την πόρτα του μπάνιου, κοιτάω προς το σαλόνι και βλέπω – Χριστέ μου !!! – τον μικρό ανεβασμένο στο πρεβάζι του ανοιχτού παράθυρου! Μπρος από το παράθυρο, που σημειωτέον είχαν αφήσει ανοιχτό οι γονείς πριν φύγουν, υπήρχε ένας καναπές στον οποίο είχε σκαρφαλώσει ο μικρός όση ώρα μάζευα τα σπασμένα, και τώρα ήταν έτοιμος ίσως να δώσει έναν σάλτο από τον δεύτερο όροφο. Η ψυχή μου πήγε στην Κούλουρη! Τώρα όλα τα προηγούμενα γεγονότα μου φάνταζαν τελείως ασήμαντα. Εδώ είχα να κάνω με ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΟ κίνδυνο. Πατώντας στις μύτες των ποδιών για να μην τον ξαφνιάσω, πήγα κοντά του κι αφού τον άρπαξα με μια γρήγορη κίνηση, τον έβαλα μέσα. Και αμέσως σφάλισα το παράθυρο.
Σε λίγο ήρθαν και οι γονείς.
«Πώς τα περάσατε;» ρώτησαν ανέμελα.
«Είχαμε κάποια προβληματάκια», είπα εγώ και άρχισα να απαριθμώ μία προς μία τις περιπέτειές μας. «Και φροντίστε να βγάλετε τον καναπέ από το παράθυρο».
«Το ξέρουμε ότι είναι ζωηρούλης», ήταν η απάντησή τους και αμέσως έκαναν να με πληρώσουν.
«Σας παρακαλώ», είπα εγώ έτοιμος να αρνηθώ τα χρήματά τους. «Σας έκανα τόσες ζημιές. Μάλλον εγώ θα έπρεπε να σας πληρώσω».
Ωστόσο αυτοί όχι μόνο με πλήρωσαν τα συμφωνημένα αλλά μου έδωσαν και φιλοδώρημα προτού με ρωτήσουν αν θα πήγαινα και την επομένη. Εγώ, φυσικά, βρήκα χίλιες δικαιολογίες , όπως κατάλαβα ότι είχαν κάνει και ένα σωρό άλλα παιδιά πριν από μένα. Και όπου φύγει φύγει.
Έτσι γρήγορα έληξε η καριέρα μου στο μπέιμπι σίτινγκ και δεν είναι δύσκολο να καταλάβει κανείς γιατί.

Παρασκευή, 5 Φεβρουαρίου 2010

ΒΛΑΝΤΙΜΙΡ ΣΥΝΕΧΕΙΑ

Βιβλίο ολόκληρο θα μπορούσε να γράψει κανείς για τον Βλαντιμίρ. Βίος και πολιτεία… Καταρχάς ήταν το πιο ζωντανό, το πιο αισιόδοξο και το πιο γενναιόδωρο πλάσμα που γνώρισα ποτέ. Χαρισματικός όσο κανένας άλλος. Ένας άνθρωπος με τόση θετική ενέργεια, που ό,τι κι αν του παρουσιαζόταν, ακόμα και η μεγαλύτερη αναποδιά, αυτός όχι μόνο δεν το έβαζε κάτω, αλλά πάντα θα γύριζε τα πράγματα έτσι ώστε να βγάλει στην επιφάνεια μια καλή τους πλευρά. Επίσης από μικρός ήταν ο τύπος που δεν μπαίνει σε καλούπια, που κινείται με μια ελευθερία αδιανόητη για το μέσο όρο, ωστόσο ποτέ δεν ζούσε σε βάρος των άλλων και είχε σεβασμό για τους γύρω του, μικρούς και μεγάλους. Και δεν πρέπει να ξεχνάμε πως ήταν ένας μάγος, ένας γητευτής των πάντων. Δεν ξετρέλαινε μόνο τα κορίτσια, αλλά κέρδιζε με τη μία όλους όσοι τύχαινε να τον γνωρίσουν.
Στον αντίποδα του Βλαντιμίρ, είχαμε τον Φιλίπ – ένα παιδί που με το που το έβλεπες καταλάβαινες περί τίνος επρόκειτο: η προσωποποίηση της τυπικότητας. Ήταν αδύνατος και κατάλευκος, με μια χωρίστρα που νόμιζες ότι την έκανε με χάρακα. Και πάντα κουστουμαρισμένος – ακόμα και στο μάθημα ερχόταν με παπιγιόν. Συχνά πυκνά τον επισκέπτονταν οι γονείς του, που ήταν κι εκείνοι τελείως αποστειρωμένοι. Φειδωλοί στα λόγια και στις συναισθηματικές εκδηλώσεις τους. Και, φυσικά, αριστοκρατικής καταγωγής.
Αυτός ο Φιλίπ, λοιπόν, ήταν τόσο ήσυχος και υπάκουος, ήταν τόσο καλό παιδί και τόσο επιμελής μαθητής που σε προβλημάτιζε. Ό,τι του έλεγες το έκανε κατά γράμμα και δεν παρέκλινε ούτε κατά μία τρίχα. Συνεπέστατος, σοβαρός, τέλειος… Τόσο που σε έφερνε στο σημείο να πεις: «Μα κάνε και κάτι στραβό επιτέλους, βρε παιδάκι μου!» Δεν χρειαζόταν πτυχίο ψυχολογίας για να καταλάβει κανείς ότι έπρεπε να βοηθήσουμε αυτό το παιδί να βγει από την «τελειότητα» του, να χαλαρώσει λίγο και να ζήσει κι αυτό τις χαρές της ηλικίας του. Αυτό δεν ήταν μόνο δική μου διαπίστωση, αλλά και του διευθυντή, ο οποίος είχε και τη φαεινή – πλην ριψοκίνδυνη – ιδέα να βάλει τον Φιλίπ στο ίδιο δωμάτιο με τον Βλαντιμίρ!
Άλλο παιδί του τύπου του Βλαντιμίρ θα το θεωρούσε αυτό τη μεγαλύτερη τιμωρία. «Γιατί με βάλατε στο ίδιο δωμάτιο με τόσο άψογο παιδί!» θα έλεγε. «Εγώ θέλω να είμαι με τους φίλους μου, την τσακαλοπαρέα». Ο Βλαντιμίρ, όμως, δεν το είδε καθόλου έτσι. Και αυτό ήταν το μεγαλείο του: τα πήγαινε καλά με όλους. Με τον Φιλίπ; Με τον Φιλίπ. Καμία αντίρρηση. Ίσα-ίσα, βρέθηκε στο στοιχείο του, γιατί του είχε δοθεί υλικό για να μεγαλουργήσει.
Μόλις, λοιπόν, βρέθηκαν τα δύο άκρα στο ίδιο δωμάτιο, ο Βλαντιμίρ πήρε αμέσως δραστικά μέτρα. Τον υποχρέωσε να ξεχάσει τα κοστούμια του και να φορέσει επιτέλους κι αυτός ένα τζιν όπως όλα τα παιδιά (το οποίο σημειωτέον του το αγόρασε και ο ίδιος με το χαρτζιλίκι του). Και μάλιστα τζιν τριμμένο και σκισμένο, όπως επέβαλε η μόδα. Τι να κάνει ο κακομοίρης ο Φιλίπ – δεν μπορούσε να κάνει κι αλλιώς. Βέβαια έλεγε έντρομος: «Θα με σκοτώσουν οι γονείς μου, αν με δουν ντυμένο έτσι».
«Σταμάτα τη γκρίνια και φόρα το», του επιβαλλόταν ο συγκάτοικος, χωρίς να του αφήνει κανένα περιθώριο αντίδρασης. Και πράγματι, το Σαββατοκύριακο που ήρθαν να τον δουν οι γονείς του, ο πατέρας έπαθε σοκ όταν ο γιος του εμφανίστηκε με τη νέα του αμφίεση. Ευτυχώς παρενέβη ο διευθυντής και έσωσε την κατάσταση.
Άσε που από την πρώτη μέρα κιόλας, ο Βλαντιμίρ τραβολογούσε τον Φιλίπ στους κοιτώνες των κοριτσιών, το «δεύτερό του σπίτι», που βρισκόταν περίπου ένα χιλιόμετρο μακριά από το κτίριο των αγοριών.
«Μα ντρέπομαι…» έλεγε ο Φιλίπ.
«Θα έρθεις θες δε θες», ήταν η απάντηση του Βλαντιμίρ.
«Μα θα μας πιάσουν», ξανάλεγε ο Φιλίπ που οι παρανομίες δεν ήταν καθόλου του στυλ του.
«Σιγά μη μας πιάσουν», τον καθησύχαζε ο πάντα ατάραχος Βλαντιμίρ. «Μα..» πήγαινε να διαμαρτυρηθεί ο Φιλίπ.
«Δεν έχει μα!»
Από τη μία είχαμε, λοιπόν τον Βλαντιμίρ που όποια πόρτα κι αν άνοιγε, τον υποδέχονταν μετά βαΐων και κλάδων, κι από την άλλη τον Φιλίπ που δεν τολμούσε να ανοίξει καμία πόρτα. Ήταν τόσο, μα τόσο ντροπαλός που ούτε μπορούσε να διανοηθεί μια τέτοια κίνηση. Τώρα όμως ήταν κι εκείνος ευπρόσδεκτος στις παρέες των κοριτσιών, και μάλιστα χωρίς να κάνει καμία προσπάθεια. Γιατί ο Βλαντιμίρ ήταν κάθετος: Ή και τους δύο ή κανέναν.
Τα αξιομνημόνευτα περιστατικά αυτής της επεισοδιακής συγκατοίκησης είναι αναρίθμητα. Η ουσία όμως ήταν μία. Όταν έβαλαν τα δυο αγόρια στο ίδιο δωμάτιο, ο Βλαντιμίρ όχι απλώς δεν δυσανασχέτησε, όχι απλώς δέχτηκε την ιδέα, όχι απλώς δεν είδε ούτε για μια στιγμή αφ’ υψηλού τον Φιλίπ, αλλά προσπάθησε να κάνει ό,τι καλύτερο μπορούσε για τον φίλο του. Μότο του ήταν «Η ζωή είναι ωραία μόνο όταν τη μοιράζεσαι». Τα δώρα που του προσφέρονταν απλόχερα δεν είχαν καμία αξία αν ήταν να τα κρατήσει μόνο για τον εαυτό του. Ήθελε συνδαιτυμόνες στο τραπέζι της χαράς, συγκάτοικους στο σπίτι της τρέλας, συνοδοιπόρους στην περιπέτεια της ζωής, συνένοχους στις ξεκαρδιστικές σκανταλιές του.
Όπου κι αν πήγαινε ήταν γιορτή. Θυμάμαι ένα καλοκαίρι που είχε έρθει μαζί με τη μετέπειτα γυναίκα του και την αδερφή του στο εξοχικό μας στην Επανομή. Το σπίτι ήταν μικρό για όλους εμάς που είχαμε μαζευτεί – εκτός από τους φιλοξενούμενους κι εμένα , ήταν εκεί κι η μητέρα μου, ο πατέρας μου, ο αδερφός μου, η γυναίκα του και τα δύο τους παιδιά -- και οι ανέσεις στοιχειώδεις. Ήμασταν κυριολεκτικά ο ένας πάνω στον άλλον. Ωστόσο, η γκρίνια κι η μιζέρια δεν χωράει εκεί που είναι ο Βλαντιμίρ, ο οποίος έχει πάντα καλή διάθεση και την εκπληκτική ικανότητα να φτιάχνει και τη διάθεση των άλλων. Τα ανίψια μου, ο Βασίλης κι ο Αλέξανδρος, είχαν ξετρελαθεί μαζί του καθώς τους έκανε μαγικά, μιμήσεις, αστεία, έπαιζε μαζί τους μαξιλαροπόλεμο, μασκαρευόταν ή εμφανιζόταν εκεί που δεν τον περίμεναν, προκαλώντας τους αυτό το ανάμικτο συναίσθημα τρομάρας και ευφορίας. Τον λάτρεψαν κι αυτοί όπως και οι γονείς μου, στους οποίους και πάλι αφιέρωνε χρόνο και ενέργεια. Ήθελε όλους να τους περιλαμβάνει – να μην αποκλείει κανένα – και μάλιστα σ’ όλες τις δραστηριότητες. Πρότεινε, για παράδειγμα, να πάμε για νυχτερινό μπάνιο στις τρεις τα ξημερώματα.
«Ξύπνα και τη μαμά σου», μου έλεγε. «Πρέπει να’ ρθει κι αυτή μαζί μας».
«Δεν είμαστε καλά», προσπαθούσα να τον συνετίσω εγώ.
«Κρίμα είναι να χάσει τέτοια φάση», επέμενε εκείνος και πήγαινε να την ξυπνήσει ο ίδιος.
Όλοι ανεξαιρέτως άξιζαν την προσοχή του. Με όλους ασχολιόταν και όλους τους αιχμαλώτιζε με τη γενναιοδωρία της ψυχής του.
Ένα άλλο δυνατό του σημείο ήταν οι εκπλήξεις. Εμφανιζόταν πάντα out of the blue, σαν τον Κίτο, τον Γιαπωνέζο βοηθό του Κλουζό στο Ροζ Πάνθηρα. Δεν ήξερες από πού θα σου’ ρθει – σαν ένας σίφουνας, σαν ένα τσουνάμι που απλώς έπρεπε να το υποστείς.
Δεν θα ξεχάσω τότε που μπήκε ακροπατώντας στο σπίτι μου στο Γκστάαντ στις τέσσερις το πρωί (είχε πάντα τα κλειδιά στην τσέπη του) επιστρέφοντας από το Παρίσι, έτσι… για να μου πει ένα «γεια!». Πάει στην κρεβατοκάμαρα και αφού άναψε έναν αναπτήρα είδε ότι στο κρεβάτι μου ήταν οι γονείς μου. Έρχεται στο σαλόνι και σκύβοντας δίπλα στον καναπέ ανάβει πάλι τον αναπτήρα, αλλά τόσο κοντά στο πρόσωπό μου που με έκαψε. «Βοήθεια!» ούρλιαξα και αμέσως άκουσα και τη μάνα μου και τον πατέρα μου να φωνάζουν: «Κλέφτης! Κλέφτης!» Πανζουρλισμός που γρήγορα μεταλλάχτηκε σε γέλια και χαρές, μόλις καταλάβαμε ότι ήταν ο αγαπημένος μας Βλαντιμίρ.
Μια άλλη φορά, είχα γυρίσει στο σπίτι μετά από ξενύχτι κι έπεσα να κοιμηθώ. Δεν πρόλαβε να με πάρει ο ύπνος και άκουσα ένα θόρυβο έξω από το δωμάτιο. Αυτά που θα διηγηθώ έγιναν σε κλάσματα του δευτερολέπτου, όμως είμαι υποχρεωμένος να τα πω αναλυτικά (απορώ πώς χώρεσαν σε τόσο λίγο χρόνο):
1. Σκέφτηκα πως είχε μπει κάποιος στο σπίτι πριν από μένα γιατί διαφορετικά θα άκουγα τα σκαλοπάτια της ξύλινης σκάλας να τρίζουν. Και, φυσικά, είχε έρθει για κακό. Ήμουν λοιπόν παγιδευμένος μέσα στο ίδιο μου το σπίτι.
2. Άρπαξα ενστικτωδώς το 45άρι (άδειο φυσικά) που είχα πάντα δίπλα στο κρεβάτι μου, πάνω στο κομοδίνο.
3. Σηκώθηκα πάνω, τέντωσα το χέρι μου και φώναξα «Αλτ! Πυροβολώ!» με φωνή τόσο άγρια που τρόμαξα κι εγώ ο ίδιος.
4. Άκουσα ένα «μπαμ!» και ένιωσα κάτι να με χτυπάει στο μέτωπο. «Ωχ, με φάγανε», είπα, πιστεύοντας πως με είχαν πυροβολήσει αλλά ο θάνατος δεν έρχεται ακαριαία. Ταυτόχρονα αισθάνθηκα μουσκεμένος.
Εκείνη τη στιγμή ανάβουν τα φώτα. Και τι να δω! Τον Βλαντιμίρ με δυο φιλενάδες του. Αυτό που με είχε χτυπήσει κατακούτελα ήταν ο φελλός από ένα μπουκάλι σαμπάνιας. Είχαν μπει στο σπίτι και με περίμεναν με ένα κιβώτιο σαμπάνιες για να γιορτάσουμε κι εγώ δεν θυμάμαι τι.
Πάντα απρόβλεπτος. Έξω από κάθε πρόγραμμα, έξω από κάθε λογική σειρά. Και εκεί κρυβόταν όλη η γοητεία του – στο αναπάντεχο της συμπεριφοράς του. Όπως τότε που γλεντούσαμε σε μια ντίσκο στην Κυανή Ακτή με κάτι κοπέλες που είχαμε γνωρίσει πριν από λίγη ώρα στο μπαρ ενός φίλου του. Εκεί που πίναμε και χορεύαμε και διασκεδάζαμε, έρχεται και μου λέει: «Σου χρωστάω κάτι για όλες τις ωραίες συζητήσεις που έχουμε κάνει μαζί και ήρθε η ώρα να σου το ξεπληρώσω». Ήταν γεγονός ότι είχαμε κουβεντιάσει πολλές φορές για τον Θεό, το Σύμπαν, την Αρχή και το Τέλος, αναλύοντας τις μεταφυσικές ανησυχίες μας. Και εκείνη τη στιγμή, ανάμεσα σε ξέφρενους χορούς, καπνούς και αλκοόλ, είχε νιώσει την ανάγκη να μου ανταποδώσει αυτό που θεωρούσε ότι μου όφειλε.
Μας βάζει λοιπόν σε ένα δεξιοτίμονο Range Rover που του είχε κόψει την οροφή, κάνοντας το να μοιάζει περισσότερο με ΡΕΟ, και οδηγώντας με ιλιγγιώδη ταχύτητα, μας πηγαίνει σ’ ένα λόφο όπου δεσπόζει μια εκκλησία με ένα νεκροταφείο θυμάτων του Α’ Παγκοσμίου Πολέμου. Και έξω από την εκκλησία, χωμένο μέσα σ’ ένα βράχο, βρίσκεται ένα πελώριο μπρούτζινο άγαλμα της Παναγίας, ύψους 10-12 μέτρων, όπου το είχαν κρύψει οι Γάλλοι στον Β Παγκόσμιο Πόλεμο για να μην πέσει στα χέρια των Γερμανών και το κάνουν βόμβες. Το μέγεθος και μόνο σου προκαλούσε δέος. Πόσο μάλλον μέσα στη νύχτα λουσμένο απ’ το φως του φεγγαριού. Με μεγάλη κατάνυξη μπήκαμε στην εκκλησία οι τέσσερις μας, ο Βλαντιμίρ, εγώ και οι δύο σχεδόν άγνωστες (που σίγουρα θα απορούσαν πώς βρέθηκαν από τη ντίσκο στον οίκο του Θεού) και ανάψαμε ένα κεράκι. Το γλυκό φως των κεριών και η κλασική μουσική που ακουγόταν σιγανά έκανε την ατμόσφαιρα πολύ υποβλητική. Βγαίνοντας έξω, καθίσαμε καταγής και μείναμε σιωπηλοί μέχρι τα ξημερώματα, κοιτώντας την εκκλησία, τον ουρανό, τους τάφους των νεαρών στρατιωτών, τη γιγάντια Παναγία.
Αναμφίβολα, αυτή η νύχτα άξιζε πολλά, θα έλεγα πολύ περισσότερα απ’ όσα είχα προσφέρει εγώ στον Βλαντιμίρ όλα αυτά τα χρόνια που γνωριζόμαστε. Ακόμα και τώρα έχω την αίσθηση ότι από αυτό το παιδί έμαθα, δεν του έμαθα εγώ κι ας ήμουν καθηγητής του, ότι του χρωστάω, δεν μου χρωστάει.
Η πιο συγκλονιστική όμως εμπειρία που είχα με τον Βλαντιμίρ ήταν την ημέρα της κηδείας της μητέρας του. Δυστυχώς, τα τρία αδέρφια έχασαν τους γονείς τους πολύ νωρίς, και μάλιστα μέσα σε έναν χρόνο και τους δύο. Και με τον πατέρα, αλλά κυρίως με τη μάνα τους, είχαν πολύ μεγάλο δέσιμο, μια σχέση πολύ στενή και πολύ γλυκιά. Ιδιαίτερα ο Βλαντιμίρ, πέρα από την αγάπη και το σεβασμό που της είχε, τη θεωρούσε και την καλύτερή του φίλη. Σε κάθε παλαβομάρα του έπρεπε να συμμετέχει κι εκείνη. Για να εγκαινιάσει την καινούρια μηχανή του, για παράδειγμα, πρώτη και καλύτερη έκανε βόλτα τη μαμά του. Και η δύστυχη έτρεμε απ’ το φόβο της καθώς έτρεχαν με 200 χιλιόμετρα, όμως δεν του χάλαγε χατίρι. Άλλες φορές πάλι, την έφερνε στα μπαράκια και στα κλαμπ, και χόρευε μαζί της μέχρι τελικής πτώσης. «Τι θέλω εγώ, 50 χρονών γυναίκα μαζί σας;» του έλεγε, αλλά εκείνος όπως πάντα ήταν ανυποχώρητος. Δεν είναι δύσκολο, λοιπόν, να φανταστεί κανείς πόσο μεγάλη απώλεια ήταν ο θάνατός της, τη στιγμή μάλιστα που τα παιδιά ήταν μόλις 19,18 και 16 ετών.
Είχα παραστεί κι εγώ στην κηδεία της μητέρας του Βλαντιμίρ. Όπως ήταν αναμενόμενο, κατά τη διάρκεια της τελετής, η ατμόσφαιρα ήταν πολύ βαριά. Μια νέα γυναίκα είχε πεθάνει μέσα σε λίγους μήνες από καρκίνο, αφήνοντας ένα τεράστιο κενό στην οικογένεια.
Μετά την ταφή, πήγαμε στο σπίτι της οικογένειας στο Σεν Ζαν Καπ Φερά, -- σ’ εκείνο το εκπληκτικό σπίτι που λέγαμε πως έχει δημοσιευτεί σε πολλά αρχιτεκτονικά βιβλία και περιοδικά – για ένα ποτό. Ενώ λοιπόν πίναμε το ποτό μας, σιωπηλοί και κατηφείς όπως αρμόζει μετά από μία κηδεία, σηκώνεται πάνω ο Βλαντιμίρ και ξαναγεμίζοντας τα ποτήρια μας, λέει: «Η μητέρα μας δεν θα ήθελε να μας βλέπει έτσι. Αρκετά υπέφερε, ας μην τη στενοχωρήσουμε άλλο». Η επόμενη κίνησή του ήταν να βάλει μουσική στη διαπασών και να αρχίσει να χορεύει. Τον ακολούθησαν κι όλοι οι άλλοι, στην αρχή σφιγμένοι, μετά όλο και πιο χαλαροί, ώσπου η βραδιά εξελίχτηκε σε τρικούβερτο γλέντι, σε ξέφρενη γιορτή, ίσως στο καλύτερο πάρτυ που έχω πάει ποτέ. Ανοίχτηκαν σαμπάνιες στη μνήμη της, και άδειασαν πολλά μπουκάλια κρασί στο όνομά της. Και, φυσικά, γίναμε όλοι φέσι.
Αργότερα, το πάρτυ μεταφέρθηκε στου Jimmy’s, το γνωστό κλαμπ του Μόντε Κάρλο, όπου συνεχίσαμε τον χορό και την οινοποσία μέχρι τις πρώτες πρωινές ώρες.
Και αφού κλείσαμε το μαγαζί, τα βήματά μας μας έφεραν για δεύτερη φορά στο νεκροταφείο. Πηδήσαμε σβέλτα την ψηλή μάντρα, εφόσον οι καγκελόπορτες του κοιμητηρίου ήταν κλειδωμένες, πήγαμε στον τάφο της μητέρας των παιδιών και καθίσαμε όλοι γύρω της. Για άλλη μια φορά, ήπιαμε κρασί στη μνήμη της, αλλά και ποτίσαμε με κρασί το φρέσκο χώμα που τη σκέπαζε, αποχαιρετώντας την για πάντα, όχι με θρήνους αλλά με γέλια και τραγούδια. Η σκηνή ήταν άκρως σουρεαλιστική και ίσως κάποιος που δεν γνώριζε τον Βλαντιμίρ να θεωρούσε αυτή τη συμπεριφορά του βέβηλη και προσβλητική για το πρόσωπο της νεκρής. Όμως για μένα ήταν μια εκδήλωση πολύ τρυφερή, με βάθος και ουσία. Αδιαφορώντας για τα προσχήματα, ο Βλαντιμίρ έκανε ακριβώς αυτό που θα επιθυμούσε η μαμά του. Γιατί εκείνη σίγουρα ήθελε τα παιδιά της να είναι χαρούμενα κι ευτυχισμένα όχι μόνο όσο την είχαν κοντά τους, αλλά ακόμα και – ή κυρίως – εν τη απουσία της. Χωρίς το πένθος να τους μαυρίζει την ψυχή. Μόνο έτσι θα ξεκινούσε ήσυχη για το μεγάλο ταξίδι της.