Σάββατο, 19 Μαρτίου 2011

Μια εκδρομή

 Για τα παιδιά του ορφανοτροφείου που μέχρι πριν λίγο είχαν γνωρίσει μόνο τη φρίκη του πολέμου, την απώλεια και μια μίζερη πραγματικότητα από τις σκηνές των στρατοπέδων μέχρι το ορφανοτροφείο όπου ζουν σήμερα, ο Δημήτρης – πέρα από τους υπολογιστές που τους πήγε, την τηλεόραση που κατάφερε να τους δωρίσουν, τη στοιχειώδη έστω ιατροφαρμακευτική περίθαλψη που τους εξασφάλισε και τα μαθήματα που τους έκανε για να τα βοηθήσει – φρόντισε και για την ψυχαγωγία τους (λέξη άγνωστη για τα περισσότερα από αυτά). Μερικά παιδιά πήγαν για πρώτη φορά στη ζωή τους σε εστιατόριο ή σε πιτσαρία μαζί του, πήγαν σε πάρτυ και περιπάτους, πήγαν στο ζωολογικό κήπο, πήγαν ακόμα και εκδρομή. Παρακάτω, παραθέτω άλλο ένα μεταφρασμένο απόσπασμα από το ημερολόγιό του. Ο.


Δευτέρα 14 Φεβρουαρίου

Τι μέρα κι αυτή! Ξεκινήσαμε γύρω στις 10 το πρωί αντί στις 8 που προβλεπόταν, δηλαδή ακριβώς στην ώρα μας, σύμφωνα με την κονγκολέζικη έννοια του χρόνου. Ευτυχώς δεν έχει βρέξει όλη τη νύχτα και η μέρα ήταν ηλιόλουστη. Είμαστε σαν τις σαρδέλες για άλλη μια φορά στο βανάκι, γιατί παρ’ όλες τις συστάσεις μου ο Désiré φέρνει μαζί του τη γυναίκα του τη Mirfi και την αδερφή της την Candy. Κατανοητό, αφού κι εκείνες δεν έχουν πάει ποτέ τους εκδρομή, όμως προτεραιότητά μας ήταν τα παιδιά και εφόσον δεν μπορούσαμε να νοικιάσουμε μεγαλύτερο λεωφορείο, καλό θα ήταν οι δύο γυναίκες να μείνουν στο σπίτι.

Γύρω στη μία το μεσημέρι αφήνουμε πίσω μας τον κεντρικό δρόμο για να κατευθυνθούμε προς τους καταρράκτες. Μία ταμπέλα μας πληροφορεί ότι απέχουν 56 χιλιόμετρα. Ω Θεέ μου!!! Πενήντα έξι χιλιόμετρα στην αφρικανική σαβάνα κι έτσι σαρδελοποιημένοι – θα είναι πραγματική κόλαση… Και ήταν… Στο δρόμο προς τους καταρράκτες διασχίζουμε πολλά πρωτόγονα χωριά. Τα σπίτια είναι φτιαγμένα από αυτοσχέδιους πλίνθους από άργιλο στεγνωμένους στον ήλιο, ενώ η στέγη τους είναι από άχυρα. Τουλάχιστον εδώ όλα φαίνονται καθαρά. Το πράσινο κάνει το σύνολο πολύ ευχάριστο στο μάτι, σε αντίθεση με την ασχήμια της πρωτεύουσας. Τα παιδιά που παίζουν στις αυλές, μόλις αντιληφθούν το λεωφορείο μας, μας χαιρετούν και τρέχουν δίπλα μας. Και μόλις με βλέπουν καθισμένο ανάμεσα στους μαθητές μου, φωνάζουν: «Mundele, mundele» (λευκός) οπότε τα πιτσιρίκια μες στο βανάκι με κοιτούν και σκάνε στα γέλια. Επίσης μου δείχνουν πως τα πιο μικρά που βρίσκονται έξω κλαίνε, γιατί δεν έχουν δει ποτέ τους λευκό άνθρωπο.

Παρ’ όλο που δεν υπάρχει τίποτα το προσβλητικό σ’ αυτή την προσφώνηση, δεν μου είναι καθόλου ευχάριστο να ακούω συνέχεια γύρω μου «mundele, mundele». Αυτομάτως αισθάνομαι μια συμπάθεια για όλους τους μαύρους που εμείς αποκαλούμε «νέγρους» ή «αράπηδες». Ο Désiré με πληροφορεί ότι η έννοια της εκπαίδευσης και του σχολείου είναι ανύπαρκτες στις επαρχίες του Κονγκό. Μου έρχονται τότε στο μυαλό οι στατιστικές που είχα διαβάσει προτού έλθω εδώ, σύμφωνα με τις οποίες ο μισός πληθυσμός της χώρας είναι αναλφάβητος.

Διασταυρωνόμαστε με ένα φορτηγό που έχει πάθει βλάβη, και το οποίο είναι φορτωμένο με πίλι (κάτι κονγκολέζικες πιπεριές) και σαφού, ένα φρούτο που χαίρει ιδιαίτερης εκτίμησης σ’ αυτή τη χώρα και που δεν καταναλώνεται ωμό αλλά μαγειρεμένο. Μας λένε να πάρουμε τα σακιά που έχουν μέσα γιατί το φορτηγό θα επισκευαστεί σε τρεις μέρες το νωρίτερο και μέχρι τότε το πίλι και τα σαφού θα είναι για τα σκουπίδια. Εμείς απαντάμε πως θα πάμε μέχρι τους καταρράκτες και στην επιστροφή ίσως μπορέσουμε να τους βοηθήσουμε.

Προχωράμε πολύ αργά και σε ορισμένα σημεία αναγκαζόμαστε να κατέβουμε και να σπρώξουμε προκειμένου να βοηθήσουμε το λεωφορείο μας να ξεκολλήσει από την άμμο ή τη λάσπη. Αναρωτιέμαι αν θα τα καταφέρουμε να φτάσουμε στον προορισμό μας, καθώς ο ουρανός είναι απειλητικός και η βροχή δεν θα αργήσει να έρθει. Ευτυχώς αυτή τη φορά δεν έχουμε να κάνουμε με τροπική καταιγίδα, όμως παρ’ όλα αυτά κάθε φορά που βγαίνουμε για να ξεκολλήσουμε το όχημά μας, βουτάμε κυριολεκτικά μες στη λάσπη. Τα ρούχα μας, τα χέρια μας, τα πόδια μας, τα πρόσωπά μας είναι τόσο λερωμένα!

Μετά από τέσσερις ώρες φτάνουμε επιτέλους στους καταρράκτες. Δεν το είχαμε προβλέψει, όμως πρέπει να πληρώσουμε 5 δολάρια το άτομο για να τους επισκεφτούμε. Μετά από διαπραγματεύσεις καταλήγουμε στα 20 δολάρια για όλους.

Ένας ξεναγός μας οδηγεί στους καταρράκτες μέσα από το τροπικό δάσος. Η άγρια βλάστηση και η μουσική του τρεχούμενου νερού μας μαγεύουν. Μετά από 20 λεπτά φτάνουμε. Το θέαμα είναι ανυπέρβλητο. Τα περισσότερα πιτσιρίκια αρχίζουν να φωνάζουν εκστασιασμένα. Δεν περίμεναν κάτι τέτοιο. Μόλις περνάει το πρώτο σοκ, τα παιδιά καταβροχθίζουν με τα μάτια τις εικόνες μπροστά τους. Η φωτογραφική μηχανή και η βιντεοκάμερα δουλεύουν ασταμάτητα. Ο ενθουσιασμός είναι στο αποκορύφωμά του. Τα παιδιά χαίρονται που υπάρχουν τέτοια θαύματα της φύσης μέσα στη χώρα τους. Το Κονγκό δεν είναι μόνο η ασχήμια της γειτονιάς τους, αλλά και αυτό. Δεν παύουν να λένε: «Σ’ ευχαριστούμε, Δημήτρη, που μας έφερες εδώ».

Φορώντας μαγιό ή ακόμα και εσώρουχα, όλοι – μη εξαιρουμένου και του οδηγού – πλησιάζουμε και αφήνουμε να μας ψεκάσει το νερό που πέφτει από ύψος 70 μέτρων. Τα παιδιά χοροπηδάνε από χαρά, τραγουδάνε, πλατσουρίζουν – κάνουν ότι τους περάσει από το μυαλό για να δείξουν πόσο ευχαριστημένα είναι.

Αρχίζει να νυχτώνει και δυστυχώς είναι ώρα να γυρίσουμε πίσω. Η επιστροφή, με τη βροχή που έχει πέσει, προμηνύεται πολύ δύσκολη. Είναι επτά παρά τέταρτο. Όλως περιέργως, παρ’ όλη τη βροχή, τη λάσπη και το σκοτάδι, τα προβλήματά μας είναι λιγότερα συγκριτικά με τον πηγαιμό. Ο οδηγός είναι πιο έμπειρός τώρα και τα καταφέρνει καλύτερα στα επικίνδυνα σημεία Διασχίζουμε τα ίδια χωριά, όμως αυτή τη φορά μες στο σκοτάδι δεν βλέπουμε παρά μόνο τις φωτιές που έχουν ανάψει οι ντόπιοι για να μαγειρέψουν, αφού το ηλεκτρικό ρεύμα εδώ είναι άγνωστο. Σκέψου πόσο άδικο είναι να μένεις μόλις μερικά χιλιόμετρα από τους καταρράκτες που έχουν τέτοια δυνατότητα υδροηλεκτρικής ενέργειας και να μην έχεις ρεύμα. Από αυτούς τους καταρράκτες, το Κονγκό όχι μόνο ηλεκτροδοτεί την Κινσάσα αλλά και εξάγει ρεύμα στη Νότιο Αφρική.

Ξανασυναντάμε το χαλασμένο φορτηγό που συναντήσαμε το μεσημέρι. Δίνω την άδεια στον οδηγό μας – εφόσον δεν υπάρχει κίνδυνος – να φορτώσει άντρες και εμπορεύματα στη σκεπή. Μετά από λίγο, βλέπουμε άλλο ένα φορτηγό που έχει κολλήσει και μας φράζει τον δρόμο. Ακόμα και με τη βοήθειά μας, θα ξεκολλήσουν από τη λάσπη μετά από πολλές ώρες. Είναι αποκαρδιωτικό. Όλοι πεινάνε και είναι πολύ κουρασμένοι. Θέλουμε να φτάσουμε όσο γίνεται πιο γρήγορα στον θείο της Maman Mirfi που μας περιμένει στην Banza Ngungu να φάμε και να κοιμηθούμε. Ο οδηγός προτείνει να ακολουθήσει μια διαδρομή μέσα από τη σαβάνα προκειμένου να κόψει δρόμο. Όμως προτιμά να το κάνει αυτό χωρίς φορτίο. Μας δίνει λοιπόν ραντεβού στο επόμενο χωριό, μερικά χιλιόμετρα πιο πέρα. Κατεβαίνουμε όλοι και περπατάμε μέσα στο σκοτάδι. Ο περίπατος είναι υπέροχος κάτω από το φως του φεγγαριού μέσα στο τροπικό δάσος. Κάποιος ρωτάει αν υπάρχουν άγρια ζώα στην περιοχή. «Δεν ξέρω», απαντάω, «όμως αν υπάρχει κανένα λιοντάρι, καλά θα κάνει να μην πλησιάσει, γιατί έτσι όπως είμαστε πεινασμένοι, θα καταλήξει στα κάρβουνα». Όλα τα παιδιά σκάνε στα γέλια.

Η υποδοχή από τους χωρικούς είναι πολύ θερμή. Βγάζουν σεντόνια που τα απλώνουν κατά γης για να ξαπλώσουμε και καρέκλες για να καθίσουμε. Είναι όλοι τους πολύ φιλόξενοι. Ποτέ δεν μου είχε περάσει από το μυαλό πως μετά από μια ρομαντική βόλτα στο σεληνόφως μέσα στην αφρικανική σαβάνα, θα περίμενα να κάνω ωτοστόπ σε ένα λεωφορείο. Το βανάκι επιτέλους εμφανίζεται και αμέσως παίρνουμε πάλι τον δρόμο της επιστροφής, όχι όμως για πολύ, καθώς ένα άλλο φορτηγό που έχει κολλήσει κι αυτό στη λάσπη μας φράζει τον δρόμο. Εδώ τα πράγματα φαίνονται ακόμα πιο δύσκολα: άντρες με φτυάρια προσπαθούν να διώξουν τη λάσπη από τις ρόδες, όμως μόλις με βλέπουν αρχίζουν να φωνάζουν: «Mundele, mundele». Όλοι θέλουν να φωτογραφηθούν μαζί μου. Για να με ευχαριστήσουν, μου προσφέρουν σαφού και φρέσκα φιστίκια, τα οποία μοιράζω αμέσως στα παιδιά που είναι πεινασμένα, αφού από το πρωί δεν έχουν φάει παρά ένα κομμάτι ψωμί.

Και σαν να μην έφταναν όλα αυτά, διαπιστώνουμε μέσα στο σκοτάδι ότι μας έχει σκάσει ένα λάστιχο. Ο οδηγός μας προτείνει πάλι το ίδιο. Μας δίνει ραντεβού στο επόμενο χωριό. Ο ίδιος θα αλλάξει λάστιχο και θα κόψει δρόμο για να μας συναντήσει. Για άλλη μια φορά περπατάμε κάτω από το φως του φεγγαριού μέχρι να τον βρούμε.

Είναι περασμένα μεσάνυχτα όταν φτάνουμε στο σπίτι του θείου που είχε πάψει να ελπίζει ότι θα μας δει. Ανάβουμε φωτιά για να μαγειρέψουμε ρύζι και πούντου. Με βάση, πάντα, τη μανιόκα. Είναι τρεις το πρωί όταν τελικά καθόμαστε να φάμε.

Στην τηλεόραση παίζει το έργο «Hotel Rwanda» που αφηγείται πολύ ρεαλιστικό τη γενοκτονία που έγινε πριν από μερικά χρόνια σ’ αυτή τη γειτονική χώρα και που στη συνέχεια πυροδότησε τον πόλεμο στο Κονγκό, έναν πόλεμο που συνεχίζει να μαίνεται στις ανατολικές επαρχίες. Ξαπλώνουμε όλοι στο πάτωμα για να δούμε την ταινία, αγκαλιασμένοι μεταξύ μας. Παρ’ όλη την κούραση, τα παιδιά έχουν τα μάτια κολλημένα στην τηλεόραση. Θέλουν να καταλάβουν τι συνέβη. Γιατί είναι ορφανά, αφού με μια δυο εξαιρέσεις, έχουν όλα χάσει τους γονείς τους σ’ αυτόν τον πόλεμο. Ο ύπνος, όμως, δεν μας αφήνει να δούμε το τέλος.

Τρίτη 15 Φεβρουαρίου

Πρωινό ξύπνημα κατά τις 7 η ώρα, παρ’ όλη τη χτεσινή κούραση. Η τουαλέτα εδώ είναι μια τρύπα στη μια γωνιά της αυλής, ενώ το «ντους» περιβάλλεται από μερικές λαμαρίνες στην άλλη γωνία για να σου εξασφαλίζει ένα μίνιμουμ προστασίας από τα αδιάκριτα βλέμματα. Το νερό φτάνει εδώ με κουβάδες. Ευτυχώς βρέχει, οπότε έτσι διευκολύνεται το ξέβγαλμα. Ο Désiré, προνοητικός όπως πάντα, είχε φέρει μαζί του λίγο καφέ. Πρέπει να παραδεχτώ ότι όλοι κάνουν ό,τι μπορούν για να με ευχαριστήσουν. Ο καφές μας βοηθάει να ξυπνήσουμε λίγο καλύτερα.

Τα παιδιά θέλουν να ξαναδούν το χτεσινοβραδινό φιλμ, οπότε ξαναβάζουμε το βίντεο. Στις πολύ ρεαλιστικές σκηνές με τις σφαγές, φοβούνται και αναστατώνονται. Πότε ο Papa Désiré πότε εγώ, κάνουμε παρεμβάσεις για να τους εξηγήσουμε τα γεγονότα ή για να κάνουμε κάποιο σχόλιο. Είναι πολύ συγκινητικό να τα βλέπεις να παρακολουθούν ένα έργο που τα αφορά άμεσα. Σίγουρα θα οργανώσουμε μια βραδιά στο ορφανοτροφείο με μια συζήτηση πάνω στο θέμα.

Φεύγουμε για τις σπηλιές. Κάνουμε πρώτα μια στάση στο τοπικό τουριστικό γραφείο για να συζητήσουμε με τον υπεύθυνο το αντίτιμο εισόδου. Στην αρχή είναι 5 δολάρια το άτομο. Με το που εμφανίζομαι εγώ, αυτό γίνεται 15 δολάρια, που είναι η τιμή για τους λευκούς. Αρχίζουμε τα αναπόφευκτα παζάρια. Εξηγώ ότι πρόκειται για ορφανά και ότι μπορούν να δείξουν μια γενναιοδωρία για τα δικά τους παιδιά. Μπροστά στην αποφασιστικότητά μου να μην αγοράσω παρά μόνο ένα εισιτήριο και να αφήσω όλους τους άλλους έξω, η τιμή εισόδου για όλους μας γίνεται 30 δολάρια. Επιβιβαζόμαστε για να ξεκινήσουμε, αλλά το λεωφορείο κολλάει στη λάσπη, έτσι αναγκαζόμαστε να κάνουμε 5 χιλιόμετρα με τα πόδια μέσα στο δάσος. Πρώτη στάση στο χωριό για να πάρουμε άδεια επίσκεψης από τον αρχηγό. Είναι ένας ηλικιωμένος άντρας που είχε πολεμήσει στον Β΄Παγκόσμιο Πόλεμο. Μας αφηγείται ένδοξες ιστορίες και βάζει το στρατιωτικό καπέλο της εποχής για μερικές αναμνηστικές φωτογραφίες. Μετά από μια καταπληκτική βόλτα μέσα στο τροπικό δάσος, βρισκόμαστε στην είσοδο της σπηλιάς. Η σπηλιά δεν έχει τίποτα το εξαιρετικό, όμως για τα παιδιά είναι η πρώτη φορά που μπαίνουν στα έγκατα της γης, μέσα στο απόλυτο σκοτάδι, έχοντας μόνο ένα φακό που είχαμε φέρει μαζί μας. Είναι πολύ εντυπωσιασμένα.

Είναι περίπου τέσσερις το απόγευμα που παίρνουμε τον δρόμο της επιστροφής. Φτάνουμε στο ορφανοτροφείο γύρω στις εννιά το βράδυ. Τα μικρά που δεν ήταν μαζί μας και μας περίμεναν με ανυπομονησία, μας υποδέχονται πολύ θερμά. Τους λείψαμε, αλλά κι εκείνα μας έλειψαν. Θα προσπαθήσω να βρούμε ένα τρόπο να επισκεφτούν κι εκείνα αυτά τα ωραία μέρη.










Κυριακή, 23 Ιανουαρίου 2011

ΕΝΑ ΤΑΞΙΔΙ ... ΨΥΧΗΣ

Ο φίλος μου ο Δημήτρης πήρε τη μεγάλη απόφαση και άφησε πίσω του την ησυχία του και όλες τις ανέσεις της Δύσης για να πάει στο Κογκό, να βοηθήσει τον παλιό μαθητή και φίλο του  Jonathan  να οργανώσει ένα ορφανοτροφείο με παιδιά που έχασαν τους γονείς τους κατά τον εμφύλιο πόλεμο που μαστίζει εδώ και χρόνια τη χώρα. Από την πρώτη μέρα, κρατάει ημερολόγιο με τις εντυπώσεις και τις εμπειρίες του, που το γράφει στα γαλλικά. Εγώ μετέφρασα ένα κομμάτι για να το δημοσιεύσουμε στο μπλογκ μας. Θα πρότεινα στους αναγνώστες να το ξεκινήσουν με τη σωστή χρονολογική σειρά, δηλαδή από το Σάββατο προς τη Δευτέρα. Τα γραφόμενα είναι συγκλονιστικά και με κάνουν να νιώθω πολύ περήφανη για τον φίλο μου. Ο.

Δευτέρα 10 Ιανουαρίου. Μια πολύ γεμάτη μέρα


Το ξυπνητήρι χτυπάει στις 5.30. Είναι η μεγάλη μέρα. Η πρώτη μέρα του σχολείου. Τα παιδιά μας περιμένουν να τα συνοδεύσουμε γύρω στις 7 η ώρα. Ο ουρανός είναι μαύρος, φορτωμένος με σύννεφα ενώ ακούγονται απειλητικά πολλά μπουμπουνητά. Ετοιμάζεται μια τροπική θύελλα που τελικά δεν αργεί να ξεσπάσει. Αναρωτιέμαι πώς θα διασχίσουμε την πόλη μέσα σε λάσπες και λακκούβες γεμάτες νερό για να φτάσουμε ως το ορφανοτροφείο, όμως το Pajero τα βγάζει πέρα άξια και δεν καθυστερούμε λεπτό.
     Δεν έχω καλά καλά διασχίσει την πόρτα και τα πιτσιρίκια τρέχουν να μου σφίξουν το χέρι αλλά και για κάτι ακόμα: όλα ζητούν ένα χάδι και με αγκαλιάζουν σφιχτά. Από χτες, ένα αγοράκι, κολλημένο πάνω μου σαν βδέλλα, δεν σταματάει να μου λέει «είμαι ο Arnold, είμαι ο Arnold», από φόβο μην ξεχάσω το όνομά του.
     Από τα 35 πέντε παιδιά, σήμερα θα πάνε σχολείο 15 από τα μικρά και το απόγευμα τα 11 πιο μεγάλα. Τα υπόλοιπα παραείναι μικρούλια.
     Παίρνουμε τον δρόμο για το σχολείο. Ευτυχώς, η βροχή σταμάτησε. Όλα τα πιτσιρίκια δίνουν μάχη για να με κρατήσουν από το χέρι, και φυσικά ο Arnold είναι ένα από αυτά. Επί 20 λεπτά, περπατάμε με δυσκολία ανάμεσα στους υπονόμους, τις ακαθαρσίες, τις λακκούβες που είναι γεμάτες βρωμόνερα και απόβλητα – ένα παχύρευστο μίγμα που σου φέρνει εμετό. Και στην επιφάνεια του μίγματος, χιλιάδες κουνούπια. Τελικά, φτάνουμε στο «σχολείο»: μερικά τούβλα με μια λαμαρίνα για στέγη.

     Μας υποδέχεται ο διευθυντής. Μετά από μία αρκετά μακρόχρονη διαδικασία (επιλογή των παιδιών ανάλογα με το επίπεδό τους, στοίχιση, τραγούδια κλπ) τα μικρά μας μπαίνουν επιτέλους στην τάξη. Στη συνέχεια, έχουμε μια συνάντηση με τον διευθυντή για τις διοικητικές και οικονομικές λεπτομέρειες γιατί το σχολείο είναι ιδιωτικό, που σημαίνει ότι το πληρώνεις όπως εξάλλου και τα δημόσια σχολεία. Μετά από παζάρι, ο Jonathan καταφέρνει να κατεβάσει την τιμή σε 10 δολάρια τον μήνα για κάθε παιδί. Είναι αλήθεια ότι ο διευθυντής κάνει πολλές υποχωρήσεις προς όφελος του ορφανοτροφείου.
     Με το που επιστρέφουμε στο ορφανοτροφείο, προσπαθούμε να ρυθμίσουμε κάποια θέματα που χρειάζονται άμεση επίλυση.
     Πρώτο μας μέλημα: Ο Papa Desire μας παρουσιάζει την κατάσταση της υγείας των παιδιών. Σίγουρα πρέπει να οργανώσουμε ένα πρόγραμμα επισκέψεων σε γιατρούς το συντομότερο δυνατόν, όμως δύο περιπτώσεις επείγουν. 
     Ο μικρός Cigale είναι μια πονεμένη ιστορία. Τον βρήκαν εγκαταλελειμμένο στον δρόμο μαζί με τον δίδυμο αδερφό του πριν από 5 μήνες. Ο αδερφός του δυστυχώς πέθανε στο ορφανοτροφείο πριν από την άφιξή μας και ο ίδιος, παρ’ όλο που υπολογίζεται πως είναι περίπου 2 ετών, μοιάζει με νεογέννητο. Επιπλέον, παραείναι ήσυχος, δεν κουνιέται, δεν μιλάει, δεν κλαίει -- μόνο όταν ουρεί, βάζει τις φωνές. Προφανώς, μεταξύ άλλων, έχει και κάποια ουρολοίμωξη. Ακόμα, το μικροσκοπικό του μέγεθος και η πρησμένη κοιλιά του δείχνουν ότι υποσιτίζεται. Αποφασίζουμε να τoν πάμε αμέσως στο νοσοκομείο.
     Η Fallone, ένα δεκατετράχρονο κορίτσι , είναι μια άλλη πονεμένη ιστορία. Το πρόσωπό της είναι παραμορφωμένο εξαιτίας ενός τεράστιου όγκου στη μύτη. Αποφασίζουμε να την πάρουμε κι αυτήν στο νοσοκομείο.
     Στη συνέχεια, ενώ περιμένουμε τα κορίτσια να ετοιμάσουν τον Cigale (να τον πλύνουν, να του βάλουν ταλκ κλπ), ο Papa Desire μας πληροφορεί ότι δύο κορίτσια είχαν φύγει από το ορφανοτροφείο πριν από τέσσερις μέρες, γιατί δεν τους άρεσε το μέρος. Στη θέση τους ο ίδιος είχε περισυλλέξει δύο άλλα μικρά. Ο Jonathan θέλει οπωσδήποτε να μιλήσει με την Prisca, το ένα από τα δύο κορίτσια που είχε επιστρέψει πριν από λίγες ώρες.
     Στη διάρκεια της κουβέντας, η μικρή μας λέει πως κάποιες φίλες τους είχαν προτείνει να πάνε στην Αγκόλα, όπου θα κέρδιζαν χρήματα ως κομμώτριες. Της εξηγούμε ότι είναι ελεύθερη να φύγει όποτε θέλει, όμως στο ορφανοτροφείο της δίνεται μια μοναδική ευκαιρία και θα ήταν κρίμα να μην την εκμεταλλευτεί. Ο Jonathan της υπενθυμίζει ότι της έχει βρει ανάδοχο που είναι πρόθυμος να πληρώνει για τη διατροφή της όσο εκείνη θα έκανε την πρακτική εξάσκηση ως αισθητικός που είχε ήδη ξεκινήσει. Η τελική απόφασή της μετά το τέλος της κουβέντας ήταν να μείνει. Τι ανακούφιση!! ! Γιατί η τύχη πολλών κοριτσιών αυτής της ηλικίας είναι τραγική. Για να εξασφαλίσουν την επιβίωσή τους, μπλέκουν σε κυκλώματα πορνείας και πολύ σύντομα βρίσκονται με μια ανεπιθύμητη εγκυμοσύνη ή /και μολυσμένες από τον ιό του AIDS, αν ταυτόχρονα δεν πέσουν και θύματα βιασμού – πρακτική πολύ συνηθισμένη σ’ αυτή τη χώρα. Γι’ αυτό πρέπει να βρούμε και το δεύτερο κορίτσι το συντομότερο δυνατόν.
     Ακολουθεί άλλη μια γρήγορη συζήτηση με τον δεκατριάχρονο Jeancy. Δεν θέλει να πάει στο σχολείο γιατί σκέφτεται να γίνει μηχανικός αυτοκινήτων. Του εξηγούμε ότι για να ασκήσεις οποιοδήποτε επάγγελμα, πρέπει να ξέρεις να διαβάζεις, να γράφεις και να μετράς. Του δίνουμε να καταλάβει πως το όνειρό του να γίνει μηχανικός θα γίνει πραγματικότητα και ότι σχεδιάζουμε να τον στείλουμε ως ασκούμενο σε ένα γκαράζ, όμως κι εκείνος, από την πλευρά του πρέπει να μας υποσχεθεί πως θα προσπαθήσει να μάθει να διαβάζει και να γράφει.
     Συνέχεια της ημέρας στο νοσοκομείο. Βέβαια, το κτίριο είναι του ίδιου αρχιτεκτονικού στυλ με το σχολείο και τα άλλα οικοδομήματα. Η μόνη διαφορά είναι πως στην πόρτα γράφει «Νοσοκομείο» αντί για «Σχολείο». Ο γιατρός που εξετάζει τα παιδιά, φαίνεται – ευτυχώς – πολύ έμπειρος. Μας γράφει εξετάσεις που γίνονται επιτόπου, στο εργαστήριο του νοσοκομείου. Τα αποτελέσματα βγαίνουν πολύ γρήγορα.
     Διάγνωση: Ο Cigale πάσχει από αναιμία και υποσιτισμό, ενώ επίσης παρουσιάζει έλλειψη ορισμένων στοιχείων όπως η βιταμίνη Β12. Πρέπει να τρέφεται με τέτοιο τρόπο που να καλυφθούν αυτές οι ελλείψεις, ενώ το διαιτολόγιό του πρέπει να είναι πλούσιο και σε πρωτεΐνες. Όσον αφορά τη λοίμωξή του, πρέπει να περιμένουμε τα αποτελέσματα άλλων εξετάσεων που θα βγουν αύριο, όμως ο γιατρός μα καθησυχάζει. Γρήγορα θα συνέλθει αν ακολουθήσουμε τις οδηγίες του.
     Όσο για την Fallone μαθαίνουμε ότι ο όγκος στο πρόσωπό της δεν είναι παρά ένα τεράστιο αιμάτωμα που έχει προκληθεί από ένα βίαιο χτύπημα. Παρ’ όλες τις ερωτήσεις του γιατρού, το κορίτσι δεν μας διαφωτίζει καθόλου, όμως είναι προφανές ότι είναι θύμα ανομολόγητων βιαιοτήτων. Εξάλλου και η συμπεριφορά της, έτσι που είναι κλεισμένη στον εαυτό της, σιωπηλή και μοναχική, απλώς επιβεβαιώνει τις υποψίες μας. Θα ξαναέρθουμε την Τρίτη ή την Τετάρτη για να της αφαιρεθεί χειρουργικά το αιμάτωμα και να αποκατασταθεί επιτέλους το πρόσωπό της.
     Στη συνέχεια, ο Jonathan, με ξαλαφρωμένη την καρδιά, διαπραγματεύεται και υπογράφει ένα ασφαλιστήριο συμβόλαιο υγείας για τα παιδιά με τον διοικητή του νοσοκομείου. Το συμβόλαιο περιλαμβάνει ιατρικές συμβουλές, εξετάσεις, πρώτες βοήθειες, βασική περίθαλψη καθώς και τα απαραίτητα εμβόλια. Εξαιρούνται οι πιο πολύπλοκες εξετάσεις και, φυσικά, οι χειρουργικές επεμβάσεις.
     Φεύγουμε από το νοσοκομείο διπλά ανακουφισμένοι και ευτυχείς. Τα δύο παιδιά πήραν το δρόμο της θεραπείας κι εμείς έχουμε στα χέρια μας ένα ασφαλιστήριο συμβόλαιο υγείας.
     Ίσα ίσα που προλαβαίνουμε να γυρίσουμε στο ορφανοτροφείο για να συνοδεύσουμε τη δεύτερη ομάδα στο σχολείο. Ίδιες σκηνές με το πρωί, με μόνη διαφορά ότι τώρα στη θέση του Arnold, μου κρατούν σφιχτά το χέρι η Sophieκαι η Beatrice.
     Επιστρέφουμε στο σπίτι για να φάμε, όμως περισσότερο θέλω να συγχαρώ τον Jonathan για τη γρηγοράδα, την αποτελεσματικότητα, την ευελιξία, το πάθος, την αγάπη και την αφοσίωση με την οποία είχε χειριστεί τόσα θέματα μέσα σε μια μέρα. Ο ίδιος γκρινιάζει γιατί δεν τα είχε κάνει όλα αυτά νωρίτερα!!!! Και φεύγει αμέσως για μια συνάντηση με τον υπουργό Εθνικής Παιδείας για ένα σχέδιο ανοικοδόμησης 24 σχολείων.

Κυριακή, 9 Ιανουαρίου. Πρώτη επαφή με το ορφανοτροφείο





Πολύ δύσκολο να σηκωθώ από το κρεβάτι. Ο Jonathan με ξύπνησε γύρω στις 10 η ώρα. Έπρεπε να φύγουμε άρον άρον γιατί μας περίμεναν στο ορφανοτροφείο.. Ένα γρήγορo ντους, μερικά φρεσκοκομμένα τροπικά φρούτα για πρωινό και ήμουν έτοιμος. Το αυτοκίνητο είχε αποκατασταθεί χάρη στο αφοσιωμένο προσωπικό του σπιτιού του Jonathan. Μια μικρή στάση στο σπίτι της πρώην συζύγου του για να πάρουμε τον Greg, τον μικρό του γιο, που θα μας συνόδευε στο ορφανοτροφείο. (Είναι πάντα πολύ διδακτικό να βλέπεις πόσο τυχερός είσαι). Αφού δέχτηκε τα δώρα του πατέρα του, διάλεξε μόνος του, με μεγάλη γενναιοδωρία, μερικά από τα παιχνίδια του που θα χάριζε ο ίδιος στα ορφανά. Η ωριαία περίπου περιπλάνησή μας σ’ αυτή την αχανή πόλη ήταν σοκαριστική. Μια ανθρώπινη θάλασσα που ζει σε συνθήκες που δύσκολα περιγράφονται, ανάμεσα σε ανοιχτούς υπονόμους, συσσωρευμένα σκουπίδια που καμία δημόσια υπηρεσία δεν μαζεύει, ένα ανύπαρκτο οδικό δίκτυο, όπου οι οδηγοί μερικές φορές ακροβατούν μεταξύ υπονόμων και λάσπης. Κόντρα σε όλα αυτά, οι άνθρωποι είναι ντυμένοι με ρούχα καθαρά και, για τα μέσα που διαθέτουν, θα μπορούσε να πει κανείς κομψά.
     Γι’ αυτό που ακολούθησε την άφιξή μου στο ορφανοτροφείο ήμουν εντελώς απροετοίμαστος. Δεν είχα βγει καλά καλά από το αυτοκίνητο και με είχαν περικυκλώσει δεκάδες χέρια που αγωνίζονταν να με αγγίξουν. Προσπαθούσα απελπισμένα να κρατήσω την ισορροπία μου μέσα σ’ αυτή την απίστευτη φρενίτιδα, ενώ ταυτόχρονα άκουγα όλα τα πιτσιρίκια μαζί να φωνάζουν το όνομά μου. Μου είναι αδύνατον να περιγράψω στο χαρτί τι συνέβαινε τόσο απ’ έξω όσο και μέσα στην ψυχή μου. Ένιωθα σαν τον Λιονέλ Μέσι ανάμεσα στους οπαδούς του. Μόνο εκείνος θα με καταλάβαινε…
     Η χαρά όμως των μεν ερχόταν σε έντονη αντίθεση με τον πόνο των δε, γιατί οι διπλανοί είχαν μόλις χάσει το παιδί τους – ένα μωρό που δεν είχε καλά καλά χρονίσει – και τώρα πήγαιναν να το κηδέψουν.
     Μετά από μια παρουσίαση εκ μέρους του Jonathan σχετικά με αυτά που είχε καταφέρει για λογαριασμό του ορφανοτροφείου, που διακόπηκε πολλές φορές από αυτοσχέδια τραγούδια τραγουδισμένα στη διάλεκτό τους, όπου πότε πότε διέκρινα και το όνομά μου, πήρα κι εγώ τον λόγο. Από τη συγκίνηση δεν μπόρεσα να αρθρώσω παρά μία φράση:
     «Αισθάνομαι πολύ μικρός για να σας κάνω τον δάσκαλο, αντίθετα εσείς είστε εκείνοι που θα μου δώσετε μαθήματα και σήμερα ήδη πήρα το πρώτο».
     Η αλήθεια είναι πως ο φόβος μην απογοητεύσω άρχιζε να παίρνει τη θέση του αρχικού ενθουσιασμού. Στη συνέχεια ο Papa Desire, ο υπεύθυνος του σπιτιού που στεγάζει όλα αυτά τα παιδιά, μαζί με τη γυναίκα του, με ξενάγησε στο «ίδρυμα»: σε ένα χώρο, όχι πολύ μεγαλύτερο από 100 τ.μ., όπου ζει ο ίδιος μαζί με τα35 παιδιά, χωρίς ηλεκτρικό, με ελάχιστο νερό, κάτι απερίγραπτες τουαλέτες χωρίς αποχέτευση… και μια κουζίνα στη μέση του κήπου όπου μαγειρεύουν με ξύλα. Επίσης μου έδειξε το δωμάτιο όπου θα εγκατασταθώ μια από τις επόμενες μέρες.
     Ακολούθησε μια συζήτηση για τις προτεραιότητες που θα βάζαμε και δώσαμε ραντεβού για την επομένη, πολύ νωρίς το πρωί γιατί ήταν η πρώτη μέρα του σχολείου και δεν θα χάναμε ένα τέτοιο γεγονός για τίποτα στον κόσμο.

Σάββατο 8 Ιανουαρίου 2011. Στον δρόμο για την Κινσάσα

Το σημείο χωρίς επιστροφή το είχα διασχίσει εδώ και καιρό. Τώρα ήμουν στο αεροπλάνο που πέταγε από τις Βρυξέλλες (όπου είχα φτάσει την προηγουμένη) προς την Κινσάσα. Καθισμένος δίπλα μου, ο Jonathan, με ένα μακιαβελικό χαμόγελο, ευχαριστιόταν να μου υπενθυμίζει: «Δημήτρη, δεν ξέρεις σε τι περιπέτεια έμπλεξες». Μερικούς μήνες νωρίτερα με είχε συμπεριλάβει στα σχέδιά του να αναλάβει ένα ορφανοτροφείο στην Κινσάσα κι εγώ του είχα υποσχεθεί να τον βοηθήσω με όποιο τρόπο μπορούσα. 
     Από την πλευρά του, είχε καταφέρει να βρει αναδόχους για τα 35 παιδιά μετά από μία βραδιά που είχε οργανώσει στην Πάλμα. Αυτό εξασφάλιζε στα παιδιά μια βασική ασφάλεια υγείας, στοιχειώδη αλλά σχετικά σωστή διατροφή, ενώ ορισμένα από αυτά θα μπορούσαν να πάνε στο σχολείο για πρώτη φορά στη ζωή τους. Επιπλέον ο Jonathan είχε καταφέρει να συγκεντρώσει χρήματα για τη βελτίωση του χώρου που τα φιλοξενούσε.
     Προσωπικά, είχα σκεφτεί να δημιουργήσω μια αίθουσα πληροφορικής με μερικούς υπολογιστές, με τους εξής στόχους:
α) Να ανοίξω για τα παιδιά ένα παράθυρο στον κόσμο.
β) Μέσω της τεχνολογίας της επικοινωνίας να τα φέρω σε επαφή με τους αναδόχους τους χρησιμοποιώντας μια κάμερα online με αποτέλεσμα μια δυναμική σχέση μεταξύ των δύο πλευρών.
γ)Να χρησιμοποιήσω τους υπολογιστές για να φτιάξω ένα Internet Cafe, πουθα επιτρέπει στην κοινότητα να έχει ένα συμπληρωματικό εισόδημα για τις ανάγκες της.
δ) Να τους παρουσιάσω τις δυνατότητες του διαδικτύου και να τους ενημερώσω για τη χρήση των διαφόρων προγραμμάτων – εργαλεία απαραίτητα για μια σύγχρονη εκπαίδευση που αργότερα θα αποτελούσε ατού για την επαγγελματική τους εξέλιξη.
     Προς το παρόν κουβαλούσα τον δικό μου υπολογιστή συν δύο ακόμα, δωρεά του Εμπορικού Επιμελητηρίου της Ελλάδος μετά από προσπάθειες της Τίνας Μυλωνά, η οποία μου έδωσε επιπλέον μία τσάντα γεμάτη τετράδια και μολύβια για όλα τα παιδιά. 
     Δεν καταλάβαμε πώς πέρασε η ώρα, γιατί ο Jonathan δεν σταμάτησε να μου αφηγείται ιστορίες που είχε ζήσει, κάθε άλλο παρά κοινότοπες, σ’ όλη τη διάρκεια του πολέμου που ισοπέδωσε αυτή τη χώρα. Είχε φλερτάρει με τον θάνατο πάνω από μία φορά και υπήρξε μάρτυρας τρομακτικών σκηνών που εμείς βλέπουμε μόνο στον κινηματογράφο. Είδε το σπίτι του να λεηλατείται, ο ίδιος συνελήφθη και μπήκε σε φυλακή που συγκριτικά με αυτήν, το Midnight Express φάνταζε πεντάστερο ξενοδοχείο, ξέφυγε σαν από θαύμα από σφαίρες πολυβόλων, έτρεξε ανάμεσα σε πτώματα για να σώσει τη ζωή του και άλλα πολλά. Ωστόσο, αυτή τη χώρα την αγαπάει και παρ’ όλες αυτές τις φρικτές εμπειρίες δεν του έχει περάσει ποτέ από το μυαλό να την εγκαταλείψει. Αντίθετα, μάλιστα, δραστηριοποιείται με όποιο τρόπο μπορεί στο πλευρό αυτών των ανθρώπων, θέλοντας να τους βοηθήσει να ορθοποδήσουν πάλι.
     Με το που βγήκαμε από το αεροπλάνο, δεχτήκαμε και το πρώτο σοκ: Αφόρητη ζέστη και υγρασία. Δεύτερο σοκ: Η αφρικανική πραγματικότητα – γραφειοκρατία, έλλειψη στοιχειώδους υποδομής, διαφθορά για να μπορέσεις να προωθήσεις το παραμικρό θέμα… Πρέπει να οπλιστείς με τεράστια υπομονή. Χρειαστήκαμε κάμποσες ώρες για να πάρουμε επιτέλους τις αποσκευές μας στα χέρια μας. Τρίτο σοκ: μέσα σ’ αυτή την τεράστια πόλη (των 10 εκατομμυρίων κατοίκων), με εξαίρεση το μικρό κέντρο που είναι ελαφρώς φωτισμένο, κυκλοφορείς κυριολεκτικά στο σκοτάδι. Μόνο πού και πού συναντάς κάποιες λάμπες πετρελαίου που χρωματίζουν αμυδρά τη μαύρη νύχτα. Ήταν αργά κι εμείς ήμαστε πολύ κουρασμένοι, όμως δεν μπορέσαμε να μην κάνουμε ένα γύρο στα νυχτερινά κέντρα της Κινσάσα για να χαλαρώσουμε λιγάκι. Τέταρτο σοκ της ημέρας: οι «ευρωπαϊκές» τιμές αυτών των καταστημάτων όπου μια πολύ προνομιούχα τάξη ζει μια ζωή εντελώς στον αντίποδα της ζωής των υπολοίπων.
     Όμως το αποκορύφωμα ήρθε αργότερα. Γυρνώντας στο σπίτι, δεν καταφέραμε να αποφύγουμε μια από τις τεράστιες λακκούβες, ή μάλλον έναν από τους κρατήρες, που «διακοσμούν» τους δρόμους της Κινσάσα— κάτι που είχε ως άμεσο αποτέλεσμα να σκάσει ένα λάστιχο του αυτοκινήτου μας με εκρηκτικό θόρυβο.
     Θα ήταν πια πέντε-έξι η ώρα το πρωί όταν ξάπλωσα στο κρεβάτι μου. Δεν με πήρε πάνω από μερικά δευτερόλεπτα για να αφεθώ στις αγκάλες του Μορφέα και μιας όμορφής αφρικανικής ύπαρξης με την οποία φλέρταρα λίγο νωρίτερα και που δεν παρέλειψε να με επισκεφτεί στα όνειρά μου.

Κυριακή, 24 Οκτωβρίου 2010

ΔΙΑΣΗΜΟΤΗΤΕΣ

Στο τέλος του κάθε τριμήνου – Χριστούγεννα, Πάσχα, καλοκαίρι- γινόντουσαν στο σχολείο μας διάφορες εκδηλώσεις, στις οποίες ερχόντουσαν και οι κατά πλειοψηφία διάσημοι γονείς των μαθητών για να καμαρώσουν τα παιδιά τους και επί τη ευκαιρία να ρωτήσουν και τους καθηγητές για την πρόοδό τους, όπως συμβαίνει στα σχολεία όλου του κόσμου.
     Θυμάμαι μια φορά σε μια τέτοια εκδήλωση, που η διευθύντρια του δημοτικού είχε αναλάβει και ρόλο παρουσιάστριας των λιλιπούτειων μουσικών που θα έπαιζαν κάποιο κομματάκι στο πιάνο, την κιθάρα ή το βιολί. Πριν από κάθε εμφάνιση διάβαζε από ένα χαρτί το όνομα του παιδιού, τον τίτλο του μουσικού κομματιού που θα παρουσίαζε, καθώς και το όνομα του συνθέτη – π.χ. η Νικολέτα θα μας παίξει το Fur Elise του Μπετόβεν ή ο Φρεντερίκ θα μας παίξει το A la Turka του Μότσαρτ. Εκείνη την εποχή είχαμε στο σχολείο μας τον Alex Joel, τον πολύ μικρότερο αδερφό του διασημότατου ποπ τραγουδιστή Billy Joel. Ο Alex είχε δείξει από πολύ μικρός το μεγάλο ταλέντο του στην κλασική μουσική και η εξέλιξή του δεν ξάφνιασε κανένα όταν αργότερα έγινε ο νεώτερος διευθυντής ορχήστρας της Όπερας της Βιέννης. Για τη συγκεκριμένη γιορτή ωστόσο είχε διαλέξει να παίξει στο πιάνο όχι κάποιο κλασικό κομμάτι, αλλά το Honesty του αδερφού του, που τότε παιζόταν στα ραδιόφωνα τουλάχιστον είκοσι φορές την ημέρα. Όποιο σταθμό κι αν έβαζες, δεν υπήρχε περίπτωση να μην το πετύχεις. Παίρνει λοιπόν η διευθύντρια το χαρτί και αρχίζει να διαβάζει: «Και τώρα ο Alex Joel θα μας παίξει ένα κομμάτι του Billy… Joel;;;» Εκεί στράφηκε απορημένη προς τον Alex και τον ρώτησε: «Πρόκειται για συνωνυμία ή υπάρχει κάποια συγγένεια;»
     «Είναι ο αδερφός μου…» απάντησε ο Alex.
     «Α, τι καλά! Ο ένας αδερφός να συνθέτει και ο άλλος να παίζει στο πιάνο!» είπε κεφάτα η διευθύντρια δείχνοντας με τον τόνο της ότι αγνοούσε παντελώς τι εστί Billy Joel. «Έχουμε λοιπόν μια οικογένεια μουσικών!» συμπλήρωσε με περισσό ενθουσιασμό σαν να ήθελε να ενθαρρύνει δυο αδερφάκια που είχαν το ψώνιο της μουσικής. «Και το κομμάτι που θα μας παίξει είναι το….» εκεί κοίταξε πάλι το χαρτί της και διάβασε «...το Honesty», ενώ ήταν φως φανάρι ότι ο τίτλος της ήταν άγνωστος.
     Από κάτω ακούστηκαν ψου ψου ψου και πνιχτά γέλια, αλλά η διευθύντρια … πέρα βρέχει. Ο μικρός Alex μας παρουσίασε μία εκπληκτική εκτέλεση του Honesty, τον χειροκροτήσαμε θερμά και πριν απομακρυνθεί από το πιάνο, η διευθύντρια του έδωσε συγχαρητήρια τόσο για το παίξιμό του όσο και για την ωραία σύνθεση του αδερφού του. «Μπράβο, είστε πολύ ταλαντούχα παιδιά», του είπε και πάλι δεν κατάλαβε γιατί όλοι χασκογελούσαν με το σχόλιό της. Μόνο μετά τη γιορτή, που της είπα ποιος ήταν ο Billy Joel , συνειδητοποίησε τη γκάφα της.
     Μετά από μερικά χρόνια, ο Alex έπαιζε πιάνο και keyboards στην μπάντα του σχολείου που την αποτελούσαν γόνοι διάσημων μουσικών, όπως ο γιος του John Lennon, Sean Lennon (ηλεκτρική κιθάρα), ο γιος του Al Bano, Yari Carrisi (μπάσο), ενώ στα φωνητικά ήταν οι τρεις κόρες της Diana Ross. Μόνο ο ντράμερ δεν καταγόταν από μουσική οικογένεια.
     Από τους πιο συμπαθητικούς γονείς στο σχολείο μπορώ να πω ότι ήταν ο Al Bano που μαζί με τη γυναίκα του, τη Romina Power, έρχονταν αρκετά τακτικά να ρωτήσουν για την πρόοδο του γιου και της κόρης τους. Με τον Al Bano γνωριστήκαμε μια μέρα που καθόμουν στο γραφείο μου και ξαφνικά άκουσα ένα πολύ διακριτικό χτύπημα στην πόρτα. «Περάστε», είπα και η πόρτα άνοιξε λίγο και δειλά δειλά πρόβαλε ένα πρόσωπο με συρμάτινα γυαλάκια. Ήταν το ίνδαλμα της πρώιμης εφηβείας μου που τα τραγούδια του είχαν επενδύσει μουσικά τους πρώτους πλατωνικούς έρωτές μου. Στους νεώτερους (αν και ούτε αυτοί είναι τόσο νέοι πια) έγινε γνωστός με τις επιτυχίες του Felicita και Il Ballo del qua qua (στα ελληνικά τα Παπάκια).
     «Μήπως ενοχλώ;» ρώτησε ευγενικά. «Θα μπορούσα να περάσω και αργότερα». 
      «Μα τι λέτε!» είπα και σηκώθηκα από το γραφείο μου για να τον υποδεχτώ. «Τιμή μου που σας γνωρίζω από κοντά» πρόσθεσα χωρίς να κρύψω τη χαρά μου. Ήταν τόσο ευγενικός, τόσο γλυκός, τόσο χαμηλών τόνων που δύσκολα μπορούσες να πιστέψεις ότι αυτός ο άνθρωπος είχε κάνει δεν ξέρω κι εγώ πόσους πλατινένιους δίσκους και ήταν αντικείμενο λατρείας εκατομμυρίων νέων.
Το εντελώς αντίθετο ήταν η Yoko Ono, η μητέρα του Sean Lennon, που ήταν απόμακρη και αυστηρή. Δεν θυμάμαι να είχε έρθει ποτέ στο γραφείο να ρωτήσει για το παιδί της, ούτε είχα ανταλλάξει κουβέντα μαζί της. Και πάντα κυκλοφορούσε με μαύρα γυαλιά.
     Όσο για τον γιο της, ήταν ένα παιδί εξαιρετικής ευφυΐας, που ο καθένας μπορούσε να δει ότι ήταν γεννημένος ηγέτης. Είχε πολύ ισχυρή προσωπικότητα από πολύ μικρός, με αποτέλεσμα να έχει επιβληθεί στα παιδιά όλης της τάξης που τον θεωρούσαν αρχηγό και τον ακολουθούσαν σε οποιαδήποτε τρέλα. «Σήμερα δεν θα κάνουμε μάθημα», έλεγε ο Sean και όλοι άφηναν κάτω τα μολύβια κι έκαναν ό,τι τους περνούσε από το κεφάλι . Αυτό γινόταν κάθε τρεις και λίγο, με αποτέλεσμα να μην έχουν μάθει τίποτα όλη τη χρονιά. Βέβαια ο ίδιος ο Sean δεν είχε ανάγκη από διάβασμα, ρουφούσε τις γνώσεις σαν σφουγγάρι, όμως οι άλλοι έμειναν ξύλα απελέκητα. Θα έλεγα ότι η χρονιά με την τάξη του Sean ήταν η πιο οδυνηρή εκπαιδευτική εμπειρία μου. Δεν ήξερα τι να κάνω. Να τους πάρω με το καλό; Κανένα αποτέλεσμα. Να βάλω τιμωρίες; Τους ήταν αδιάφορο. Μέσα στην τάξη γινόταν μπάχαλο. Επανειλημμένως απευθύνθηκα στη διεύθυνση, όπου το μόνο που μου συνέστησαν ήταν να κάνω υπομονή. Πόση υπομονή όμως μπορείς να κάνεις όταν ένα παιδί σε κοντράρει τόσο πολύ και παρασύρει κι όλα τα άλλα μαζί.; Η πλάκα είναι ότι με τα περισσότερα παιδιά γίναμε οι καλύτεροι φίλοι μετά το τέλος της σχολικής χρονιάς. Με τον Sean τελευταία επικοινώνησα πριν από λίγο καιρό όταν δημοσίευσα στο facebook μερικές φωτογραφίες από το σχολείο, όπου ήταν κι εκείνος, και μου έστειλε μήνυμα για να με ευχαριστήσει για τις ωραίες αναμνήσεις.

Κυριακή, 11 Ιουλίου 2010

ΜΙΑ ΚΕΡΔΙΣΜΕΝΗ ΧΡΟΝΙΑ

Ήταν το 1976 όταν, πιτσιρικάς ακόμα, σε ηλικία 17,5 ετών πήγα να σπουδάσω στην Ελβετία. Να υπενθυμίσω ότι εκείνη την εποχή η Ελλάδα ήταν τελείως αποκομμένη από την Ευρώπη και το εκπαιδευτικό μας σύστημα δεν έχαιρε και πολύ μεγάλης εκτίμησης στο εξωτερικό (όχι βέβαια ότι τώρα είναι πολύ καλύτερα τα πράγματα, αλλά τέλος πάντων). Σε αντίθεση με τους άλλους Ευρωπαίους – Γάλλους, Άγγλους, Ιταλούς, Βέλγους, Γερμανούς κλπ – οι οποίοι γίνονταν δεκτοί στα ελβετικά πανεπιστήμια με μία απλή αίτηση, οι Έλληνες και οι άλλοι Βαλκάνιοι ήταν υποχρεωμένοι να δώσουν εισαγωγικές εξετάσεις. Προσπάθησα να προετοιμαστώ όσο το δυνατόν καλύτερα γι’ αυτή τη δοκιμασία, όμως η βαρύτητα εκεί δινόταν στην κρίση και όχι στην απομνημόνευση την οποία ακόμα υποστηρίζουμε στην Ελλάδα. Για παράδειγμα, στην Ιστορία έπρεπε να ετοιμάσω τέσσερα μεγάλα θέματα – Α’ Παγκόσμιος Πόλεμος , Μεσοπόλεμος, Β’ Παγκόσμιος Πόλεμος και το Ανατολικό Ζήτημα – εκ των οποίων θα εξεταζόμουν στα δύο, και μάλιστα προφορικά. Τράβηξα ένα χαρτάκι από τα πολλά που υπήρχαν σε ένα κουτί και μου διάβασαν την ερώτηση: Ποια ήταν η αιτία της ήττας του Ρόμελ στην Αφρική; Φυσικά, η απάντηση δεν ήθελε ούτε ημερομηνίες ούτε αφήγηση γεγονότων. Απλά, έπρεπε να επιχειρηματολογήσω, πράγμα στο οποίο δεν ήμουν μαθημένος.
        Και σαν να μην έφτανε αυτό, τα γαλλικά μου ήταν πολύ φτωχά. Εδώ θα κάνω μια παρένθεση για να πω ότι ο παππούς μου ήταν διευθυντής γαλλικής σχολής και οι περισσότερες καθηγήτριες γαλλικών που είχα στο εξατάξιο τότε γυμνάσιο ήταν μαθήτριές του, με αποτέλεσμα να μου βάζουν 20 στον έλεγχο από σεβασμό στον κύριο καθηγητή, ενώ εγώ ήμουν μάλλον άσχετος. Μόνο στην έκτη γυμνασίου βρέθηκε μία, που δεν είχε καν ακουστά τον παππού, οπότε με το που παίρνουμε τους βαθμούς του πρώτου τριμήνου, βλέπω Γαλλικά : 7! Φυσικά, όλη η τάξη έσκασε στα γέλια… Παρ’ όλα αυτά, ο μέσος όρος των μαθημάτων που έδωσα – Ιστορία, Γαλλικά, Μαθηματικά – έφτασε τη βάση, οπότε θεωρητικά είχα καταφέρει να μπω στο Πανεπιστήμιο.
          Σε αυτό το σημείο, πρέπει να αναφέρω ότι εκτός από τον εξεταστή, παρών σε όλες τις εξετάσεις του κάθε υποψηφίου είναι και ένας άλλος εκπρόσωπος του εκπαιδευτικού προσωπικού, ο οποίος βρίσκεται εκεί για να σχηματίσει σφαιρική άποψη για την προσωπικότητα του εξεταζόμενου. Αυτό το βρίσκω εξαιρετικό, γιατί δείχνει πόσο σοβαρά παίρνουν στην Ελβετία τον κάθε μαθητή. Και ακόμα πιο εξαιρετικό βρίσκω το γεγονός ότι στη δική μου την περίπτωση, ο εκπαιδευτικός αυτός ήταν ούτε λίγο ούτε πολύ ο ίδιος ο Πρύτανης του Πανεπιστημίου της Γενεύης, ο Κλοντ Μποσσυ. Θέλω να υπογραμμίσω δε ότι εκείνη την εποχή στην Ευρώπη θεωρούσαν τους Έλληνες λίγο παρακατιανούς, περίπου όπως βλέπουν πολλοί συμπατριώτες μας σήμερα τα Αλβανάκια. Ωστόσο, στο πανεπιστήμιο μας έδιναν τη μεγαλύτερη δυνατή σημασία – και αυτό δεν θα το ξεχάσω ποτέ.
         Όταν βγήκαν, λοιπόν, τα αποτελέσματα, ο Πρύτανης με κάλεσε στο γραφείο του. Δεν ήθελε απλώς να κάνει μια τυπική συζήτηση μαζί μου. Μου μίλησε με κολακευτικά λόγια – «βλέπω ότι είσαι εξαιρετικό παιδί, με καλή μόρφωση, ότι κατάφερες να περάσεις τις εξετάσεις κλπ κλπ» – αλλά και με συμβούλεψε σαν πατέρας λέγοντας μου ότι θα ήταν καλύτερα να μην γραφτώ στο Πανεπιστήμιο γιατί τα γαλλικά μου δεν ήταν σε καλό επίπεδο και θα δυσκολευόμουν να παρακολουθήσω τα μαθήματα. Αυτό που πρότεινε εκείνος ήταν να γραφτώ στην Έcole de Langue et Civilization Francaises για να μάθω τη γλώσσα και να πάω στο πανεπιστήμιο την επόμενη χρονιά. Χωρίς υπερβολή, με κράτησε στο γραφείο του τρεις ολόκληρες ώρες, παρουσιάζοντάς μου τις επιλογές που είχα και προσπαθώντας με πολλή ευγένεια αλλά και με επιμονή να με πείσει να αποδεχτώ τη λύση του. Στο τέλος μάλιστα μου είπε ότι θα παρακολουθούσε την πρόοδό μου από κοντά για να είμαστε σίγουροι ότι τα πάμε καλά.
        Βγήκα από το γραφείο του βουρκωμένος. Δεν είχα καμία όρεξη να καθυστερήσω τις σπουδές μου, όμως δεν μπορούσα να του πω και όχι. Είχα πιεστεί όσο ποτέ άλλοτε στη ζωή μου. Θέλοντας και μη, γράφτηκα στη σχολή που μου είχε προτείνει και το κερασάκι στην τούρτα ήταν ότι κράτησε την υπόσχεσή του να παρακολουθεί την πρόοδό μου. Αυτό δεν ήταν απλή παρακολούθηση, ήταν στενός κορσές: Κάθε Δευτέρα πρωί, έπρεπε να περνάω από το γραφείο του, όπου είχε συγκεντρωμένους όλους τους βαθμούς μου από την προηγούμενη βδομάδα και μου έκανε τα ανάλογα σχόλια. Αυτό βέβαια σήμαινε ότι έπρεπε να είμαι όσο το δυνατόν πιο συνεπής στις υποχρεώσεις μου. Κι εγώ που νόμιζα ότι θα ήμουν χαλαρός….
        Όταν έδωσα για δεύτερη φορά εξετάσεις, πέρασα με πολύ καλό βαθμό. Αρίστευσα σε όλα τα μαθήματα και μπήκα πλέον στο πανεπιστήμιο θριαμβευτικά. Και φυσικά, μπορούσα να παρακολουθώ τα μαθήματα με μεγάλη άνεση. Μπορεί εν έτει 1976 να με είχε εκνευρίσει η σχολαστικότητα του Πρύτανη, τώρα όμως εκτιμώ ιδιαίτερα τη στάση αυτού του καταπληκτικού εκπαιδευτικού. Με συγκίνηση θυμάμαι με πόσο ενδιαφέρον και αγάπη έσκυψε πάνω από το πρόβλημά μου και πώς, υπολογίζοντας ως προσωπικότητα εμένα, το άσχετο Ελληνόπουλο, έβγαλε στην επιφάνεια τον καλύτερό μου εαυτό. Ο τρόπος του ήταν για μένα ένα μάθημα ζωής. Θα έλεγα ότι σ’ αυτόν τον άνθρωπο οφείλω τα πάντα. Αυτός με πήρε από το χέρι και με οδήγησε στον δρόμο τον καλό, κάνοντας εκείνη τη χρονιά – που αρχικά θεωρούσα χαμένη – μια χρονιά με τεράστιο κέρδος. Αλήθεια, ποιος Πρύτανης ελληνικού πανεπιστημίου, θα έκανε το ίδιο για ένα Αλβανάκι;