Κυριακή, 23 Ιανουαρίου 2011

Σάββατο 8 Ιανουαρίου 2011. Στον δρόμο για την Κινσάσα

Το σημείο χωρίς επιστροφή το είχα διασχίσει εδώ και καιρό. Τώρα ήμουν στο αεροπλάνο που πέταγε από τις Βρυξέλλες (όπου είχα φτάσει την προηγουμένη) προς την Κινσάσα. Καθισμένος δίπλα μου, ο Jonathan, με ένα μακιαβελικό χαμόγελο, ευχαριστιόταν να μου υπενθυμίζει: «Δημήτρη, δεν ξέρεις σε τι περιπέτεια έμπλεξες». Μερικούς μήνες νωρίτερα με είχε συμπεριλάβει στα σχέδιά του να αναλάβει ένα ορφανοτροφείο στην Κινσάσα κι εγώ του είχα υποσχεθεί να τον βοηθήσω με όποιο τρόπο μπορούσα. 
     Από την πλευρά του, είχε καταφέρει να βρει αναδόχους για τα 35 παιδιά μετά από μία βραδιά που είχε οργανώσει στην Πάλμα. Αυτό εξασφάλιζε στα παιδιά μια βασική ασφάλεια υγείας, στοιχειώδη αλλά σχετικά σωστή διατροφή, ενώ ορισμένα από αυτά θα μπορούσαν να πάνε στο σχολείο για πρώτη φορά στη ζωή τους. Επιπλέον ο Jonathan είχε καταφέρει να συγκεντρώσει χρήματα για τη βελτίωση του χώρου που τα φιλοξενούσε.
     Προσωπικά, είχα σκεφτεί να δημιουργήσω μια αίθουσα πληροφορικής με μερικούς υπολογιστές, με τους εξής στόχους:
α) Να ανοίξω για τα παιδιά ένα παράθυρο στον κόσμο.
β) Μέσω της τεχνολογίας της επικοινωνίας να τα φέρω σε επαφή με τους αναδόχους τους χρησιμοποιώντας μια κάμερα online με αποτέλεσμα μια δυναμική σχέση μεταξύ των δύο πλευρών.
γ)Να χρησιμοποιήσω τους υπολογιστές για να φτιάξω ένα Internet Cafe, πουθα επιτρέπει στην κοινότητα να έχει ένα συμπληρωματικό εισόδημα για τις ανάγκες της.
δ) Να τους παρουσιάσω τις δυνατότητες του διαδικτύου και να τους ενημερώσω για τη χρήση των διαφόρων προγραμμάτων – εργαλεία απαραίτητα για μια σύγχρονη εκπαίδευση που αργότερα θα αποτελούσε ατού για την επαγγελματική τους εξέλιξη.
     Προς το παρόν κουβαλούσα τον δικό μου υπολογιστή συν δύο ακόμα, δωρεά του Εμπορικού Επιμελητηρίου της Ελλάδος μετά από προσπάθειες της Τίνας Μυλωνά, η οποία μου έδωσε επιπλέον μία τσάντα γεμάτη τετράδια και μολύβια για όλα τα παιδιά. 
     Δεν καταλάβαμε πώς πέρασε η ώρα, γιατί ο Jonathan δεν σταμάτησε να μου αφηγείται ιστορίες που είχε ζήσει, κάθε άλλο παρά κοινότοπες, σ’ όλη τη διάρκεια του πολέμου που ισοπέδωσε αυτή τη χώρα. Είχε φλερτάρει με τον θάνατο πάνω από μία φορά και υπήρξε μάρτυρας τρομακτικών σκηνών που εμείς βλέπουμε μόνο στον κινηματογράφο. Είδε το σπίτι του να λεηλατείται, ο ίδιος συνελήφθη και μπήκε σε φυλακή που συγκριτικά με αυτήν, το Midnight Express φάνταζε πεντάστερο ξενοδοχείο, ξέφυγε σαν από θαύμα από σφαίρες πολυβόλων, έτρεξε ανάμεσα σε πτώματα για να σώσει τη ζωή του και άλλα πολλά. Ωστόσο, αυτή τη χώρα την αγαπάει και παρ’ όλες αυτές τις φρικτές εμπειρίες δεν του έχει περάσει ποτέ από το μυαλό να την εγκαταλείψει. Αντίθετα, μάλιστα, δραστηριοποιείται με όποιο τρόπο μπορεί στο πλευρό αυτών των ανθρώπων, θέλοντας να τους βοηθήσει να ορθοποδήσουν πάλι.
     Με το που βγήκαμε από το αεροπλάνο, δεχτήκαμε και το πρώτο σοκ: Αφόρητη ζέστη και υγρασία. Δεύτερο σοκ: Η αφρικανική πραγματικότητα – γραφειοκρατία, έλλειψη στοιχειώδους υποδομής, διαφθορά για να μπορέσεις να προωθήσεις το παραμικρό θέμα… Πρέπει να οπλιστείς με τεράστια υπομονή. Χρειαστήκαμε κάμποσες ώρες για να πάρουμε επιτέλους τις αποσκευές μας στα χέρια μας. Τρίτο σοκ: μέσα σ’ αυτή την τεράστια πόλη (των 10 εκατομμυρίων κατοίκων), με εξαίρεση το μικρό κέντρο που είναι ελαφρώς φωτισμένο, κυκλοφορείς κυριολεκτικά στο σκοτάδι. Μόνο πού και πού συναντάς κάποιες λάμπες πετρελαίου που χρωματίζουν αμυδρά τη μαύρη νύχτα. Ήταν αργά κι εμείς ήμαστε πολύ κουρασμένοι, όμως δεν μπορέσαμε να μην κάνουμε ένα γύρο στα νυχτερινά κέντρα της Κινσάσα για να χαλαρώσουμε λιγάκι. Τέταρτο σοκ της ημέρας: οι «ευρωπαϊκές» τιμές αυτών των καταστημάτων όπου μια πολύ προνομιούχα τάξη ζει μια ζωή εντελώς στον αντίποδα της ζωής των υπολοίπων.
     Όμως το αποκορύφωμα ήρθε αργότερα. Γυρνώντας στο σπίτι, δεν καταφέραμε να αποφύγουμε μια από τις τεράστιες λακκούβες, ή μάλλον έναν από τους κρατήρες, που «διακοσμούν» τους δρόμους της Κινσάσα— κάτι που είχε ως άμεσο αποτέλεσμα να σκάσει ένα λάστιχο του αυτοκινήτου μας με εκρηκτικό θόρυβο.
     Θα ήταν πια πέντε-έξι η ώρα το πρωί όταν ξάπλωσα στο κρεβάτι μου. Δεν με πήρε πάνω από μερικά δευτερόλεπτα για να αφεθώ στις αγκάλες του Μορφέα και μιας όμορφής αφρικανικής ύπαρξης με την οποία φλέρταρα λίγο νωρίτερα και που δεν παρέλειψε να με επισκεφτεί στα όνειρά μου.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου