Κυριακή, 23 Ιανουαρίου 2011

Κυριακή, 9 Ιανουαρίου. Πρώτη επαφή με το ορφανοτροφείο





Πολύ δύσκολο να σηκωθώ από το κρεβάτι. Ο Jonathan με ξύπνησε γύρω στις 10 η ώρα. Έπρεπε να φύγουμε άρον άρον γιατί μας περίμεναν στο ορφανοτροφείο.. Ένα γρήγορo ντους, μερικά φρεσκοκομμένα τροπικά φρούτα για πρωινό και ήμουν έτοιμος. Το αυτοκίνητο είχε αποκατασταθεί χάρη στο αφοσιωμένο προσωπικό του σπιτιού του Jonathan. Μια μικρή στάση στο σπίτι της πρώην συζύγου του για να πάρουμε τον Greg, τον μικρό του γιο, που θα μας συνόδευε στο ορφανοτροφείο. (Είναι πάντα πολύ διδακτικό να βλέπεις πόσο τυχερός είσαι). Αφού δέχτηκε τα δώρα του πατέρα του, διάλεξε μόνος του, με μεγάλη γενναιοδωρία, μερικά από τα παιχνίδια του που θα χάριζε ο ίδιος στα ορφανά. Η ωριαία περίπου περιπλάνησή μας σ’ αυτή την αχανή πόλη ήταν σοκαριστική. Μια ανθρώπινη θάλασσα που ζει σε συνθήκες που δύσκολα περιγράφονται, ανάμεσα σε ανοιχτούς υπονόμους, συσσωρευμένα σκουπίδια που καμία δημόσια υπηρεσία δεν μαζεύει, ένα ανύπαρκτο οδικό δίκτυο, όπου οι οδηγοί μερικές φορές ακροβατούν μεταξύ υπονόμων και λάσπης. Κόντρα σε όλα αυτά, οι άνθρωποι είναι ντυμένοι με ρούχα καθαρά και, για τα μέσα που διαθέτουν, θα μπορούσε να πει κανείς κομψά.
     Γι’ αυτό που ακολούθησε την άφιξή μου στο ορφανοτροφείο ήμουν εντελώς απροετοίμαστος. Δεν είχα βγει καλά καλά από το αυτοκίνητο και με είχαν περικυκλώσει δεκάδες χέρια που αγωνίζονταν να με αγγίξουν. Προσπαθούσα απελπισμένα να κρατήσω την ισορροπία μου μέσα σ’ αυτή την απίστευτη φρενίτιδα, ενώ ταυτόχρονα άκουγα όλα τα πιτσιρίκια μαζί να φωνάζουν το όνομά μου. Μου είναι αδύνατον να περιγράψω στο χαρτί τι συνέβαινε τόσο απ’ έξω όσο και μέσα στην ψυχή μου. Ένιωθα σαν τον Λιονέλ Μέσι ανάμεσα στους οπαδούς του. Μόνο εκείνος θα με καταλάβαινε…
     Η χαρά όμως των μεν ερχόταν σε έντονη αντίθεση με τον πόνο των δε, γιατί οι διπλανοί είχαν μόλις χάσει το παιδί τους – ένα μωρό που δεν είχε καλά καλά χρονίσει – και τώρα πήγαιναν να το κηδέψουν.
     Μετά από μια παρουσίαση εκ μέρους του Jonathan σχετικά με αυτά που είχε καταφέρει για λογαριασμό του ορφανοτροφείου, που διακόπηκε πολλές φορές από αυτοσχέδια τραγούδια τραγουδισμένα στη διάλεκτό τους, όπου πότε πότε διέκρινα και το όνομά μου, πήρα κι εγώ τον λόγο. Από τη συγκίνηση δεν μπόρεσα να αρθρώσω παρά μία φράση:
     «Αισθάνομαι πολύ μικρός για να σας κάνω τον δάσκαλο, αντίθετα εσείς είστε εκείνοι που θα μου δώσετε μαθήματα και σήμερα ήδη πήρα το πρώτο».
     Η αλήθεια είναι πως ο φόβος μην απογοητεύσω άρχιζε να παίρνει τη θέση του αρχικού ενθουσιασμού. Στη συνέχεια ο Papa Desire, ο υπεύθυνος του σπιτιού που στεγάζει όλα αυτά τα παιδιά, μαζί με τη γυναίκα του, με ξενάγησε στο «ίδρυμα»: σε ένα χώρο, όχι πολύ μεγαλύτερο από 100 τ.μ., όπου ζει ο ίδιος μαζί με τα35 παιδιά, χωρίς ηλεκτρικό, με ελάχιστο νερό, κάτι απερίγραπτες τουαλέτες χωρίς αποχέτευση… και μια κουζίνα στη μέση του κήπου όπου μαγειρεύουν με ξύλα. Επίσης μου έδειξε το δωμάτιο όπου θα εγκατασταθώ μια από τις επόμενες μέρες.
     Ακολούθησε μια συζήτηση για τις προτεραιότητες που θα βάζαμε και δώσαμε ραντεβού για την επομένη, πολύ νωρίς το πρωί γιατί ήταν η πρώτη μέρα του σχολείου και δεν θα χάναμε ένα τέτοιο γεγονός για τίποτα στον κόσμο.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου