Πέμπτη, 28 Ιανουαρίου 2010

ΕΝΑ ΤΑΞΙΔΙ ΣΤΗ ΣΑΧΑΡΑ Ή ΠΩΣ ΓΝΩΡΙΣΑ ΤΟΝ ΒΛΑΝΤΙΜΙΡ

Μετά από τις σπουδές μου σε πανεπιστήμιο της Γενεύης, είχα την τύχη να δουλέψω επί 16 χρόνια σε ένα από τα πιο φημισμένα ελβετικά σχολεία, από εκείνα όπου φοιτούν γόνοι διασήμων, μεγιστάνων, βασιλικών οικογενειών και άλλων VIP’s. Παρ’ όλο που πολλοί θα περίμεναν να ακούσουν ότι είχα να κάνω με κακομαθημένα πλουσιόπαιδα, η αλήθεια είναι ότι στην πλειοψηφία τους ήταν εξαιρετικά παιδιά και με πολλά από αυτά έχω κρατήσει επαφή μέχρι σήμερα.
   Το σχολείο μας κάθε χρόνο οργάνωνε εκδρομές στο εξωτερικό. Τα ταξίδια αυτά, ωστόσο, ήταν πάντα πολύ κοινότοπα, αφού οι περισσότεροι καθηγητές-συνοδοί δεν έμπαιναν στον κόπο να τα οργανώσουν οι ίδιοι, αλλά κατέφευγαν σε κάποιο ταξιδιωτικό γραφείο που συνήθως πρότεινε ένα στάνταρ πρόγραμμα («Θα πάτε εκεί κι εκεί, θα μείνετε στα Χ ξενοδοχεία, θα επισκεφτείτε τα Ψ μουσεία κ.τ.λ. κ.τ.λ»), το οποίο και ακολουθούσαν κατά γράμμα. Τέτοια ταξίδια είχα κάνει κι εγώ στην αρχή, όπως τότε που είχα φέρει καμιά τριανταριά μαθητές (ο τρελός!) στην Ελλάδα. Μέσα στο πρόγραμμα ήταν, θυμάμαι, και μια επίσκεψη στο Αρχαιολογικό Μουσείο, κατά την οποία θα βλέπαμε, λέει, όλα τα εκθέματα μέσα σε 90 λεπτά, καθώς τα πούλμαν θα μας περίμεναν απ’ έξω μια συγκεκριμένη ώρα. Φυσικά, ήταν αδύνατον να κρατήσω και τα τριάντα παιδιά κοντά μου σ’ ένα τόσο αχανές κτίριο. Τα περισσότερα είχαν εξαφανιστεί και τα συνέλαβα πολύ αργότερα σε διάφορες αίθουσες του μουσείου να φωτογραφίζονται σε σέξι πόζες με τα αγάλματα ή να περιφέρονται εδώ κι εκεί βαριεστημένα. Η επίσκεψη στο περίφημο Αρχαιολογικό Μουσείο είχε αποδειχτεί φιάσκο.
   Αυτό με απασχόλησε. Δεν ήθελα να επιβάλω στο παιδιά κάτι με το ζόρι, να τα αναγκάζω να κάθονται φρόνιμα με τη βέργα για να δουν κάτι που εγώ θεωρούσα σπουδαίο. Το θέμα ήταν ότι δεν έφταιγε η έλλειψη ενδιαφέροντος εκ μέρους των παιδιών, αλλά ο τρόπος που παρουσιάζαμε το κάθε τι. Μια βασική αρχή είναι πως δεν μπορείς να μάθεις σ’ ένα παιδί χίλια πράγματα ταυτόχρονα, δεν μπορείς να το φορτώνεις με εντυπώσεις. Είναι πολύ καλύτερα να του μάθεις ένα πράγμα και σε βάθος. Για παράδειγμα, αντί να πάμε στο Αρχαιολογικό, θα μπορούσαμε να πάμε στους Δελφούς και να δούμε μόνο τον Ηνίοχο. Ή στην Ολυμπία και να δούμε μόνο τον Ερμή του Πραξιτέλη.
   Γι’ αυτό λοιπόν κι εγώ γρήγορα εγκατέλειψα την ιδέα αυτών των ταξιδιών - κονσέρβα και άρχισα να οργανώνω εκδρομές μόνος μου. Ένα από τα ταξίδια που ήθελα πολύ να πραγματοποιήσω ήταν και μια εξόρμηση στην Έρημο Σαχάρα με μια μικρή ομάδα παιδιών, το πολύ δέκα – αριθμός που θα μου επέτρεπε να έχω τον έλεγχο, αλλά κυρίως την επαφή που ήθελα μαζί τους. Τώρα, γιατί στη Σαχάρα; Από καιρό ονειρευόμουν ταξίδια στην Αφρική μετά από τόσα και τόσα που είχα διαβάσει γι’ αυτή την ήπειρο. Άσε που ένα ταξίδι στην έρημο θα ήταν για τα καλομαθημένα παιδιά του σχολείου μας μια μοναδική ευκαιρία να ζήσουν ακραίες καταστάσεις που ενδεχομένως δε θα ζούσαν ποτέ ξανά. Χωρίς πολυτελή αυτοκίνητα, αλλά χρησιμοποιώντας για τη μετακίνησή μας τζιπ 4Χ4 και καμήλες, διανυκτερεύοντας όχι σε σούπερ-λουξ ξενοδοχεία αλλά κάτω απ’ τον ουρανό μέσα σε σλίπινγκ μπαγκ, έχοντας να αντιμετωπίσουμε ένα σωρό απρόβλεπτες αντιξοότητες σ’ ένα έρημο τοπίο, σίγουρα θα είχαμε όλοι μας πολλά να διδαχθούμε. Θα μαθαίναμε ότι ο ένας πρέπει να βοηθάει και να στηρίζει τον άλλον, ότι υπάρχει μια αλληλεξάρτηση μέσα στην ομάδα, ότι μόνοι μας σ’ ένα τέτοιο περιβάλλον θα ήμαστε χαμένοι, όμως ενωμένοι θα μπορούσαμε να ξεπεράσουμε πολλά εμπόδια. Θεωρούσα ότι τα παιδιά, αυτά τα παιδιά που είχαν μεγαλώσει λίγο πολύ μέσα σε μια γυάλα, έπρεπε να γνωρίσουν και αυτή την πλευρά του κόσμου. Με αυτό ακριβώς το σκεπτικό ξεκίνησα τη διοργάνωση αυτού του ταξιδιού.
   Αφού πήρα πληροφορίες από το ταξιδιωτικό γραφείο Artou – ίσως το πρώτο πρακτορείο που διοργάνωνε extreme ταξίδια ήδη από τη δεκαετία του ’80, έκλεισα τζιπ, οδηγούς, καμήλες, ξεναγούς, ακόμα και ξενοδοχείο για δύο διανυκτερεύσεις, ωστόσο ήταν αδύνατον να βρω αεροπορικά εισιτήρια για την Τζέρμπα, ένα νησάκι πολύ γραφικό και πολύ τουριστικό στη Νότια Τυνησία που βρίσκεται όμως πολύ κοντά στην κυρίως χώρα, όπως ο Πόρος με τον Γαλατά, και πολύ κοντά στα όρια της ερήμου. Είχα ρωτήσει στη Swissair. Τίποτα! Είχα ρωτήσει στις Τυνησιακές Αερογραμμές. Τίποτα κι εκεί! Γι’ αυτό, παρ’ όλο που κατά τα άλλα όλα ήταν προγραμματισμένα, δεν είχα βγάλει καμία σχετική ανακοίνωση στο σχολείο, ούτε είχα κάνει κουβέντα για το ταξίδι σε κανένα παιδί.
   Ωστόσο οι φήμες κυκλοφορούσαν. Ένα πρωί, εκεί που καθόμουν στο γραφείο μου, ακούω ένα χτύπημα στην πόρτα και μπαίνει μέσα ένας τυπάκος γύρω στα δεκάξι. Δεν τον ήξερα. Ήταν καινούριος στο σχολείο, όμως είχε τον αέρα του παλιού.
   «Είστε ο κύριος Ψ.;» με ρωτάει.
   «Ναι.»
   «Έμαθα ότι ετοιμάζετε ένα ταξίδι στη Σαχάρα με σλίπινγκ μπαγκ, τζιπ, καμήλες. Τέλειο ακούγεται».
   «Μόνο που δεν νομίζω να γίνει τελικά», του είπα, «γιατί δεν έχω βρει αεροπορικά εισιτήρια. Είμαστε σε λίστα αναμονής και με πολλούς μπροστά μας».
   «Α! Αυτό δεν είναι πρόβλημα», είπε ο τυπάκος δίνοντας μου την εντύπωση ότι μάλλον ήταν εκτός πραγματικότητας. «Θα σας εξασφαλίσω εγώ μεταφορικό μέσο. Έχετε αρκετές συμμετοχές;» ρώτησε λες και αυτό ήταν το θέμα που έπρεπε να μας απασχολεί.
   «Καμία γιατί δεν έχω καν ανακοινώσει το ταξίδι, αφού μάλλον δεν πρόκειται να πραγματοποιηθεί», απάντησα εγώ στωικά.
   «Σας παρακαλώ, αφήστε το θέμα των συμμετοχών πάνω μου. Θα βρω εγώ άτομα. Και η εκδρομή θα γίνει. Να είστε βέβαιος. Θα τα κανονίσω όλα εγώ», είπε με απόλυτη αυτοπεποίθηση. «Χαίρετε».
   «Γεια σου…» Προσπάθησα να θυμηθώ αν μου είχε πει το όνομά του. Μάλλον δε μου είχε συστηθεί. «Πώς είπαμε ότι σε λένε;»
   «Βλαντιμίρ», απάντησε εκείνος και έφυγε.
   Ο Βλαντιμίρ, όπως έμαθα αργότερα, ήταν ρουμανικής καταγωγής. Οι γονείς του, επί Τσαουσέσκου, είχαν υποστεί τρεις εικονικές εκτελέσεις πριν το σκάσουν από τη Ρουμανία κρυμμένοι σ’ ένα φορτηγό. Αφού εγκαταστάθηκαν στο Παρίσι, δεν άργησαν να κάνουν περιουσία – ο πατέρας του ήταν σπουδαίος αρχιτέκτονας (χαρακτηριστικό δείγμα της δουλειάς του ήταν το εξαιρετικού γούστου σπίτι τους στο Σεν Ζαν Καπ Φερά, κοντά στο Μονακό, που φωτογραφίες του έχουν δημοσιευτεί σε πολλά αρχιτεκτονικά βιβλία και περιοδικά.), αν και το μεγαλύτερο μέρος των χρημάτων του το είχαν αποφέρει οι πατέντες που είχε επινοήσει (διακοσμητικά φιλμ τζαμιών που χρησιμοποιούσαν κυρίως για κινηματογραφικά εφέ). Και τώρα ο Βλαντιμίρ, μαζί με τα δύο του αδέρφια, είχε έρθει στο σχολείο μας σαν κομήτης και ήταν γραφτό να σφραγίσει με την παρουσία του το μυαλό και τις καρδιές τόσο των καθηγητών όσο και των συμμαθητών του.
   Αλλά για να επιστρέψουμε στην ιστορία μας, την άλλη μέρα εμφανίστηκε πάλι στο γραφείο μου ο Βλαντιμίρ και άφησε μπροστά μου μια λίστα με δέκα ονόματα: το δικό του και εννέα κοριτσιών, και τι κοριτσιών! Των πιο ωραίων και ποθητών του σχολείου. Όλες τους θα μπορούσαν κάλλιστα να είναι τοπ μόντελ – ψηλές, με καλλίγραμμα κορμιά, πανέμορφα πρόσωπα, υπέροχα στιλπνά μαλλιά. Κούκλες.
   «Τρελός είσαι, παιδάκι μου!» αναφώνησα μόλις διάβασα τη λίστα. «Στην έρημο θα πάμε. Έχουμε να συναντήσουμε ένα σωρό δυσκολίες, ένα σωρό αντιξοότητες. Πού θα πάμε με όλα αυτά τα μανεκέν; Δεν καταλαβαίνεις ότι χρειαζόμαστε μπράτσα; Ποιος θα σπρώξει αν κολλήσουμε στην άμμο; Αν μας πιάσει λάστιχο, ποιος θα βοηθήσει; Χρειαζόμαστε και άντρες στο γκρουπ».
   «Μα αφού θα’ μαστε εμείς οι δυο, τι τους χρειαζόμαστε τους άλλους άντρες;» ρώτησε με ειλικρινή απορία ο Βλαντιμίρ.
   «Αν δεν αλλάξει η σύνθεση, δεν πάμε πουθενά», του έκοψα τη φόρα.
   Έτσι ο Βλαντιμίρ αναγκάστηκε να πάρει τη λίστα του και να φύγει από το γραφείο, δίνοντας την εντύπωση ότι είχε χάσει μια μάχη αλλά φυσικά όχι τον πόλεμο. Εδώ πρέπει να πω ότι αυτό το αγόρι ήταν το κρυφό αντικείμενο του πόθου κάθε κοριτσιού. Δεν έχω γνωρίσει ποτέ άτομο που να ασκεί τέτοια γοητεία στο αντίθετο φύλο και μάλιστα σ’ αυτή τη λεγόμενη άχαρη ηλικία. Όλες τον ήθελαν. Και από τα εννέα αυτά κορίτσια της λίστας , είμαι σίγουρος ότι η κάθε μία χωριστά θα ήθελε να είναι μόνη μαζί του, αλλά και πάλι αισθανόταν πολύ τυχερή που ήταν έστω και μία από τις επιλαχούσες. Ανάμεσα σ’ αυτές ήταν και η επίσημη φιλενάδα του, μια πολύ πολύ γλυκιά και πολύ πολύ πλούσια κοπέλα. Που επιπλέον ήταν μέλος σημαντικότατης πριγκιπικής οικογένεια της Ανατολής. Τίποτα λιγότερο. Αυτή την κοπέλα θα την ονομάσουμε Χ.
   Την επόμενη μέρα, ήρθε πάλι στο γραφείο μου ο Βλαντιμίρ, έχοντας αντικαταστήσει στη λίστα του τη λιγότερο ωραία από τα «μοντέλα» με ένα αγόρι. Όμως τι αγόρι ήταν αυτό; Ο Μπαζίλ, ένα συμπαθέστατο μεν παιδί, αλλά όχι και το πιο δυνατό στον κόσμο.
   «Είσαι με τα καλά σου;» του είπα αγανακτισμένος. «Είπαμε πως χρειαζόμαστε αγόρια, μπρατσωμένα αγόρια. Και πάνω από ένα».
   «Αμάν πια!» αγανάκτησε κι εκείνος. «Με τίποτα δεν είστε ευχαριστημένος. Σας έκανα το χατίρι και έβαλα κι ένα αγόρι. Άλλες αλλαγές δεν μπορώ να κάνω. Τελεία και παύλα».
   Βλέποντας ότι δεν μπορούσα να τα βγάλω πέρα μαζί του σ’ αυτό το θέμα, σκέφτηκα να αλλάξω συζήτηση, υπενθυμίζοντάς του ότι ούτως ή άλλως η εκδρομή δε θα γινόταν, αφού δεν είχαμε εισιτήρια. «Ωραία όλα αυτά, φίλε μου», του είπα. «Αεροπλάνο όμως πού θα βρούμε;»
   «Μην ανησυχείτε, θα το κανονίσω κι αυτό», με καθησύχασε ο πάντα αισιόδοξος Βλαντιμίρ.
   Οι μέρες περνούσαν κι εγώ παρότρυνα τα παιδιά να δηλώσουν συμμετοχή σε άλλα ταξίδια, αφού δεν είχα κανένα καλό νέο σχετικά με τα αεροπορικά εισιτήρια και σιγά σιγά εξανεμίζονταν και οι τελευταίες ελπίδες μου. Κάποια στιγμή, ωστόσο, να’ σου και πάλι φάντης μπαστούνι ο Βλαντιμίρ για να μου ανακοινώσει περιχαρής ότι είχε βρει αεροπλάνο.
   «Τι αεροπλάνο;» τον ρώτησα με έκπληξη και δυσπιστία.
   «Το ιδιωτικό αεροπλάνο της Χ », μου απάντησε περήφανος που είχε φέρει σε πέρας την τόσο δύσκολη αποστολή του. «Θα πάμε και θα έρθουμε με το ιδιωτικό της αεροπλάνο. Κατά τα άλλα το πρόγραμμα παραμένει όπως έχει».
   Για να σιγουρευτώ, ρώτησα και την Χ αν ίσχυαν αυτά που μου είχε πει ο Βλαντιμίρ, πήρα και τον πατέρα της τηλέφωνο, ο οποίος μάλιστα μου είπε ότι του κάναμε και μεγάλη χάρη, εφόσον προτιμούσε τα μέλη της οικογένειάς του να αποφεύγουν τα αεροπλάνα της γραμμής για λόγους ασφαλείας, και μετά απ’ όλα αυτά ήμασταν όλοι έτοιμοι για το πολυαναμενόμενο ταξίδι στη Σαχάρα.
   Μου είναι δύσκολο να βρω λόγια για να περιγράψω την πολυτέλεια του αεροπλάνου που μας μετέφερε στην Τζέρμπα. Θα πω μόνο ότι το εσωτερικό του ήταν διαμορφωμένο σαν ένα ολοστρόγγυλο σαλόνι για δέκα άτομα με σούπερ αναπαυτικά καθίσματα, τηλεοράσεις, βίντεο, στερεοφωνικά, ενώ σ’ όλη τη διάρκεια της πτήσης δύο αεροσυνοδοί μας σέρβιραν χαβιάρι και σαμπάνια.
   Μετά από μια ονειρεμένη πτήση, με το που πατήσαμε το πόδι μας στην αίθουσα υποδοχής του αεροδρομίου, με πλησίασαν κάτι τελωνειακοί υπάλληλοι – ήταν εμφανές ότι ήμουν ο αρχηγός του γκρουπ – και με ρώτησαν, δείχνοντας μου τη συγκεκριμένη κοπέλα, αν ήταν η Χ. Την είχαν αναγνωρίσει και απλώς ήθελαν να επιβεβαιώσουν τις υποψίες τους.
   «Ναι», απάντησα αυθόρμητα και οι υπάλληλοι του αεροδρομίου αμέσως μας αντιμετώπισαν σαν γαλαζοαίματους και κάτι παραπάνω, χάρη στην Χ, η οποία – σημειωτέον – ήταν ένα κορίτσι, πολύ σεμνό, πολύ διακριτικό, πολύ χαμηλών τόνων και πάντα πολύ απλά ντυμένο.
   Περάσαμε την πρώτη νύχτα σ’ ένα ξενοδοχείο στην Τζέρμπα και την επομένη μοιραστήκαμε σε τρία τζιπ και ξεκινήσαμε για την έρημο. Θα πηγαίναμε από όαση σε όαση. Περιττό να πω πως όλα όσα φοβόμουν μη μας συμβούν, μας συνέβησαν. Και λάστιχα έσκασαν και στην άμμο κολλήσαμε κι ένα σωρό άλλες περιπέτειες είχαμε. Ευτυχώς δεν ήμαστε μόνο τρεις οι άντρες, αλλά εφτά, με τους τρεις οδηγούς των τζιπ και τον ένα ξεναγό μας, οπότε καταφέραμε να αντεπεξέλθουμε στις συνθήκες χωρίς να μας πιάσει απελπισία. Αν και σίγουρα βοήθησαν και τα κορίτσια όσο μπορούσαν.
   Την πρώτη φορά που αντικρίσαμε την έρημο (και εδώ τονίζω ότι η Σαχάρα έχει σαφώς διαγεγραμμένα όρια – κάνεις ένα βήμα μπροστά και βρίσκεσαι εντός, ένα βήμα πίσω και είσαι εκτός) νιώσαμε σαν τους ανθρώπους που έχουν περάσει όλη τους τη ζωή στα βουνά και βλέπουν για πρώτη φορά τη θάλασσα. Τέτοιο ήταν το σοκ μας μπροστά στην απεραντοσύνη της. Η εικόνα που απλώνεται μπροστά σου δεν έχει τέλος. Και η ομορφιά της είναι απερίγραπτη. Ενώ είναι διαδεδομένη η αντίληψη πως όταν λέμε έρημος εννοούμε ένα άδειο τοπίο χωρίς λεπτομέρειες και χωρίς ποικιλία, στην πραγματικότητα ισχύει ακριβώς το αντίθετο. Έχεις χίλια δυο πράγματα να θαυμάσεις. Ενώ νομίζεις ότι το μάτι θα νεκρωθεί απ’ τη μονοτονία, οι εντυπώσεις είναι τόσες που δεν ξέρεις πού να πρωτοκοιτάξεις: τους αμμόλοφους με τις εκπληκτικές σκιές τους, τον ουρανό, τα χρώματα, τον ορίζοντα
   Ήταν Νοέμβρης και την ημέρα η θερμοκρασία έφτανε τους 36-38 βαθμούς – πολλή ζέστη για τους ταξιδιώτες και ιδιαίτερα για μας που ερχόμαστε από την Ελβετία, ενώ το βράδυ ο υδράργυρος έπεφτε κάτω από το μηδέν, με αποτέλεσμα να τουρτουρίζουμε και να αναγκαζόμαστε να ανάψουμε φωτιές με κλαδιά από φοινικόδεντρα για να ζεσταθούμε. Κάτι άλλο που χαρακτηρίζει το κλίμα της ερήμου είναι η πολύ χαμηλή υγρασία, πράγμα που κάνει την ατμόσφαιρα τελείως, μα τελείως διάφανη, καθαρή σαν κρύσταλλο. Αυτό σημαίνει και ότι σου προσφέρει τα πιο υπέροχα ηλιοβασιλέματα που μπορείς να δεις. Όσες μέρες μείναμε στη Σαχάρα, τόσα ακριβώς ηλιοβασιλέματα απολαύσαμε, μ’ έναν ήλιο να χάνεται στον ορίζοντα , χωρίς τίποτα απολύτως να μας εμποδίζει τη θέα, ανάμεσα σε μια πλημμύρα πεντακάθαρων χρωμάτων – μοβ, πορτοκαλί, ροζ, κόκκινο… Η δύση του ηλίου στην έρημο είναι μια ώρα μαγική.
   Και μετά έπεφτε το σκοτάδι, προσφέροντάς μας άλλο ένα υπερθέαμα: τον έναστρο ουρανό της νύχτας – τον πιο καθαρό που είχα δει ποτέ μου, με τα πιο λαμπερά αστέρια, πάλι λόγω της χαμηλής υγρασίας αλλά και του απόλυτου σκότους, μακριά από τα φώτα του πολιτισμού. Το μοναδικό άλλο φως ήταν αυτό της φωτιάς που ανάβαμε εμείς, και που γύρω της κάναμε ολονύχτιες συζητήσεις για το διάστημα, το ηλιακό σύστημα, τους γαλαξίες, τις μαύρες τρύπες, τη ζωή σε άλλους πλανήτες. Ο ουρανός μας καλούσε, κι εμείς δεν μπορούσαμε να αντισταθούμε στο κάλεσμά του. Πότε πότε, εκεί που κουβεντιάζαμε, εμφανίζονταν απ’ το πουθενά και δυο τρεις Βερβέροι, αυτοί οι καβαλάρηδες της ερήμου με τα πολύχρωμα, φανταχτερά ρούχα, και κάθονταν κι αυτοί γύρω απ’ τη φωτιά, πολύ διακριτικά, χωρίς να μιλάνε, αναζητώντας ολοφάνερα την επαφή με τους ανθρώπους μέσα στο μοναχικό τοπίο της ερήμου.
   Και όταν κάποια νύχτα τύχαινε να μην κουβεντιάζουμε γύρω από τη φωτιά, παίρναμε το λουτρό μας στα αναβλύζοντα νερά των οάσεων. Σε πολλά σημεία έχουν σχηματιστεί φυσικές γούρνες μέσα στο χώμα και από το κέντρο τους ξεπηδούν νερά που η θερμοκρασία τους πρέπει να φτάνει τους 40 βαθμούς. Βουτούσαμε κι εμείς λοιπόν μέσα στο φιλόξενο καυτό νερό και μετά δεν τολμούσαμε να βγούμε ξανά στο κρύο…
   Κάποια στιγμή, τα τζιπ μας μας άφησαν για να συνεχίσουμε τη διαδρομή μας με καμήλες. Ταξιδεύοντας με τα «πλοία της ερήμου», συναντήσαμε και τα περίφημα καραβάνια του αλατιού, που μαζεύουν το πολύτιμο αλάτι από τις αποξηραμένες λίμνες της Σαχάρας και μετά από ταξίδι περίπου δύο μηνών, φτάνουν στο Τιμπουκτού του Μαλί, απ’ όπου το εμπόρευμά τους διανέμεται σε ολόκληρη την Αφρική. Δεν είναι εκπληκτικό που υπάρχουν ακόμα αυτά τα καραβάνια κόντρα στο χρόνο! Η εικόνα τους σε παραπέμπει κατευθείαν στις Χίλιες και Μία Νύχτες.
   Τα τζιπ μας μας παρέλαβαν ξανά στην επόμενη όαση, και μια δυο μέρες αργότερα επιστρέψαμε στην Τζέρμπα, όπου μας περίμενε το αεροπλάνο μας, οι πιλότοι μας και οι αεροσυνοδοί μας για να μας προσφέρουν άλλη μία ευχάριστη πτήση με άφθονο χαβιάρι και σαμπάνια. Η διάθεση όλων μας όμως ήταν μελαγχολική. Κανείς δεν ήθελε να γυρίσει πίσω.
   Από τότε έχουν περάσει περίπου είκοσι χρόνια, όμως αυτό το ταξίδι έμεινε βαθιά χαραγμένο στις μνήμες όλων των παιδιών αλλά και στη δική μου. Πριν από λίγες μέρες, μου έστειλε e-mail ένα από τα κορίτσια που είχε έρθει μαζί μας, υπενθυμίζοντάς μου το τραγούδι-σλόγκαν της εκδρομής. «Don’t worry, be happy», μου έγραφε. Εγώ βέβαια έχω κι άλλον ένα σοβαρό λόγο να θυμάμαι εκείνο το ταξίδι στη Σαχάρα. Ήταν η αφορμή για να γνωρίσω τον ανυπέρβλητο φίλο μου, τον Βλαντιμίρ, που χωρίς αυτόν θα είχα στερηθεί μοναδικές εμπειρίες οι οποίες έκαναν τη ζωή μου πιο πλούσια και πιο όμορφη. Αλλά γι’ αυτές θα σας μιλήσω μια άλλη φορά.

4 σχόλια:

  1. H φωτογραφία στην αρχή της ιστορίας είναι καταπληκτική. Τα χρώματα του ουρανού και οι σκιές στην άμμο σε κάνουν να νομίζεις ότι τραβήχτηκε σε στούντιο. Ο δε κύριος καθηγητής (κάτω δεξιά με τα Ray-ban), πολύ ωραίος τύπος!

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  2. Les histoire DO είναι πολύ πετυχημένη επιχείρηση! Quelle complicité entre le narrateur et sa plume! Η πρώτη περιπέτεια διαβάζεται σαν παραμύθι... αλλά είναι ακόμα πιο ωραία εφόσον είναι αληθινή... Έτσι είναι η ζωή... όταν δεν το ξεχνάμε ;-) Και άλλες, θέλουμε! <3 στους 2.

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  3. Το δυνατό σου γράψιμο σε συνδιασμό με τις καταπληκτικές ιστορίες του Δ. = huge potential!
    Αντε να δούμε τις ιστορίες και σε βιβλιό!
    We want more! :-)

    ΑπάντησηΔιαγραφή