Πέμπτη, 1 Απριλίου 2010

ΠΕΡΙΠΕΤΕΙΕΣ ΣΤΗ ΣΕΝΕΓΑΛΗ 2 Ή ΠΩΣ ΔΕΝ ΜΑΣ ΦΑΓΑΝ Τ’ ΑΓΡΙΑ ΘΗΡΙΑ

 
(Για όσους δεν θυμούνται, είχαμε μείνει στο σημείο όπου, στην όχθη ενός ποταμού στη βάση ενός βαθιού φαραγγιού, ακούγαμε από τη μία τους εκκωφαντικούς βρυχηθμούς ενός λιονταριού και από την άλλη τα βήματα ενός ιπποπόταμου που μόλις είχε βγει από το νερό και μας ακολουθούσε).

Φυσικά, δεν έπρεπε να χάσουμε ούτε δέκατο του δευτερολέπτου, οπότε αρχίσαμε να τρέχουμε, χωρίς καν να γυρίσουμε να κοιτάξουμε το παχύδερμο που ερχόταν από πίσω μας. Σκαρφαλώσαμε σαν χιμπατζήδες την πλαγιά και μέσα σε ελάχιστο χρόνο βρεθήκαμε στο σημείο που είχαμε παρκάρει το τζιπ μας. Επειδή σε λίγο θα σκοτείνιαζε, αποφασίσαμε να περάσουμε τη νύχτα μας εκεί. Μαζέψαμε λοιπόν ξύλα για να ανάψουμε μια μεγάλη φωτιά, όπως μας είχαν συμβουλέψει οι ιθαγενείς, και διαλέξαμε ένα μέρος χωρίς πολλά δέντρα -- για να έχουμε ορατότητα-- και όσο το δυνατόν πιο κοντά στην άκρη του φαραγγιού, έτσι ώστε να έχουμε τα νώτα μας καλυμμένα σε περίπτωση που εμφανιζόταν κάποιο άγριο ζώο: εμείς μπορούσαμε εύκολα να κατέβουμε την πλαγιά, όχι όμως και το λιοντάρι ή η λεοπάρδαλη που θα μας επισκεπτόταν. Ετοιμαστήκαμε για ύπνο, ο Ο. μέσα στο τζιπ όπως συνήθως, η Ν. κι εγώ στα σλίπινγκμπαγκ μας, ωστόσο δεν κλείσαμε μάτι όλη νύχτα, γιατί στα 10 μέτρα πιο πέρα, πίσω από κάτι θάμνους, την είχε αράξει ένα λιοντάρι (μήπως το ίδιο που είχαμε ακούσει και νωρίτερα;). Του οποίου η παρουσία γινόταν αισθητή όχι τόσο από τους βρυχηθμούς του, που βέβαια τους ακούγαμε κάθε 10-15 λεπτά, αλλά από τη φοβερή βρώμα που κουβαλούσε. Προφανώς είχε σκοτώσει κάποιο ζώο που το είχε μεταφέρει εκεί, έτσι όλος ο τόπος μύριζε ψοφίμι. Βέβαια εμείς ούτε λόγος να κουνηθούμε. Μείναμε ακίνητοι εκεί, με τα μάτια ορθάνοιχτα, ανυπομονώντας να ξημερώσει.
        Το άλλο πρωί – σαν να μην έφταναν όσα είχαμε περάσει την προηγουμένη – μας περίμενε μια πολύ δυσάρεστη έκπληξη. Και οι τρεις μας είχαμε πετάξει κάτι άσπρα σπιθουράκια γεμάτα πύον. Παντού! Φαίνεται πως το νερό στο ποτάμι όπου είχαμε κάνει το μπάνιο μας ήταν μολυσμένο. Πανικόβλητοι, αλειφτήκαμε με οινόπνευμα, μπεταντίν και κάτι αλοιφές που είχαμε στο φαρμακείο μας. Ευτυχώς, τα σπιθουράκια μαράθηκαν σχετικά γρήγορα. Για άλλη μια φορά την είχαμε γλιτώσει.
        Συνεχίσαμε το ταξίδι μας μέσα από κακοτράχαλους χωματόδρομους, πάντα χάνοντας τον δρόμο κάθε τρεις και λίγο, ώσπου κάποια στιγμή ζήτησα από τη Ν. να μου δώσει να πιω λίγο νερό. Μόλις είχε τελειώσει το μπουκάλι που είχε στο χέρι της, οπότε σταματήσαμε να πάρουμε ένα από τα 100 μπουκάλια που είχαμε στο πορτμπαγκάζ, το οποίο ανοίξαμε και τι να δούμε; Και τα 100 μπουκάλια, που ήταν από ένα πολύ ευτελές και μαλακό πλαστικό, είχαν σπάσει λόγω των κραδασμών και δεν είχαμε σταγόνα νερό! Η λέξη απελπισία είναι πολύ μικρή για να περιγράψει αυτό που αισθανθήκαμε. Τι θα κάναμε; Είχαμε ακόμα 100 χλμ. μέχρι την επόμενη πόλη, που σήμαινε γύρω στις δύο μέρες ταξίδι. Πώς θα αντέχαμε χωρίς νερό; Είχαμε υπολογίσει ότι σ’ αυτές τις συνθήκες ζέστης και ξηρασίας, ξοδεύαμε περίπου 20 μπουκάλια την ημέρα. Οπότε τώρα ήταν σίγουρο ότι θα πεθαίναμε από τη δίψα. Χωριό δεν υπήρχε πουθενά στον ορίζοντα. Το μόνο που συναντούσαμε ήταν ποτάμια, εκπληκτικά για φωτογραφίες, αλλά εξίσου βρώμικα με εκείνο που ευθυνόταν για τις καντήλες που είχαμε βγάλει νωρίτερα. Κάποια λύση όμως έπρεπε να βρούμε. Πήραμε λοιπόν κολλητική ταινία, επισκευάσαμε όσα μπουκάλια μπορούσαμε και, αφού διπλώσαμε πολλές φορές το τούλι από τις κουνουπιέρες μας, το χρησιμοποιήσαμε σαν φίλτρο για το ποταμίσιο νερό. Ευτυχώς, είχα μαζί μου και απολυμαντικά δισκία, από τα οποία έριχνα ένα σε κάθε μπουκάλι. Μετά από τρεις ώρες, το νερό ήταν πόσιμο, αν και μύριζε σαπίλα από τα βρύα και τα σάπια ξύλα που επέπλεαν στο ποτάμι. Μόλις το έβαζες στο στόμα σου αηδίαζες. Ωστόσο έπρεπε να πίνουμε έστω και μία γουλιά κάθε τόσο για να μην αφυδατωθούμε. Στη διάρκεια αυτής της φάσης ήταν που ξαφνικά βλέπω τον Ο., κατάχλωμο να πέφτει ξερός με τα μάτια ορθάνοιχτα και το βλέμμα τελείως κενό.
          «Το νερό!» είπα σίγουρος ότι είχε πάθει δηλητηρίαση και έντρομος χίμηξα πάνω του για να τον ταρακουνήσω. Καμία αντίδραση. Τον αρχίζω λοιπόν στα χαστούκια μπας και συνέλθει. Τίποτα αυτός. Στο τέλος, μέσα στην απόγνωσή μου του ρίχνω ένα πολύ δυνατό μπάτσο, που τον ξύπνησε για τα καλά – τόσο καλά που μου το ανταπέδωσε ακαριαία με την ίδια δύναμη. Εγώ και η Ν. βάλαμε τα κλάματα από τη χαρά μας που ο Ο. ήταν ζωντανός, ενώ εκείνος μας κοιτούσε απορημένος, αγνοώντας τη λαχτάρα που είχαμε περάσει. Η λιποθυμία του ήταν μάλλον αποτέλεσμα αφυδάτωσης. 
        Άλλο ένα ευτράπελο που μας συνέβη ήταν που περνώντας από ένα χωριό με αχυροκαλύβες μας σταμάτησαν δύο στρατιώτες για να μας κόψουν κλήση για υπερβολική (!!!) ταχύτητα. Μας έπιασαν τα γέλια. «Κι εσείς πού ξέρετε με τι ταχύτητα πηγαίναμε;» τους ρώτησα κι αυτοί απάντησαν: «Μα σας κατέγραψε το ραντάρ». Ραντάρ μέσα στη σαβάνα… Τι άλλο θα ακούγαμε, Θεέ μου! Στο τέλος ξεκαρδίστηκαν κι αυτοί στα γέλια και μας άφησαν να συνεχίσουμε το ταξίδι μας.
        Την επόμενη μέρα, λίγο πριν βραδιάσει, φτάσαμε σε ένα χωριό όπου βρήκαμε ένα παντοπωλείο που πουλούσε νερά. Ενθουσιασμένοι, πήγαμε να αγοράσουμε, όμως ο τυπάκος που ήταν εκεί δεν δέχτηκε να τον πληρώσουμε. «Σας τα χαρίζω», μας είπε κερνώντας μας επιπλέον κι από ένα τσάι. «Όμως θέλω να μου κάνετε μια χάρη: Έχω ένα φορτηγό που κάνει μεταφορές, το οποίο έπαθε ζημιά. Είναι περίπου 20 χλμ μακριά. Εγώ ήρθα ως εδώ με τα πόδια. Τώρα πρέπει να πάρω το λεωφορείο για το Ντακάρ, να αγοράσω τα ανταλλακτικά που χρειάζομαι και να ξαναγυρίσω με τα πόδια ως το λεωφορείο – καταλαβαίνετε πόσος χρόνος χρειάζεται για όλα αυτά…»
        «Και από μας τι θέλεις;» τον ρώτησα.
        «Στο φορτηγό άφησα τους εργάτες μου. Δεν έχουν τίποτα να φάνε. Μπορείς να τους πας λίγο φαγητό για να μην πεθάνουν από την πείνα; Στο δρόμο σας είναι», είπε και έφερε ένα τεράστιο ταψί με ένα βουνό βρασμένο ρύζι που μας έσπασε τη μύτη– το αφρικανικό ρύζι είναι απίστευτα γλυκό και αρωματικό.
        Τι να κάνουμε κι εμείς, φορτώσαμε το ταψί στο πορτμπαγκάζ και ξεκινήσαμε, σίγουροι ότι δεν επρόκειτο να βρούμε τους εργάτες, γιατί όπως είπα πηγαίναμε πάνω σε άτυπους χωματόδρομους και μία μοίρα παρέκκλιση να κάναμε, βρισκόμαστε σε εντελώς άλλη κατεύθυνση. Σε λίγο βράδιασε κιόλας, πράγμα που δυσκόλευε ακόμα περισσότερο τα πράγματα. Μέσα στο μαύρο σκοτάδι, εκεί που είχα χάσει και την τελευταία ελπίδα μου, πετάγονται μπροστά μου δύο άντρες. Λίγο έλειψε να τους πατήσω. Αμέσως, μας έκαναν νόημα να τους δώσουμε τσιγάρα. Είχα ένα πακέτο όλο κι όλο με εφτά-οχτώ τσιγάρα μέσα. Πήρα δύο και έκανα να τους τα δώσω, όταν τα φώτα του τζιπ έπεσαν πάνω σε κάτι που έμοιαζε με φορτηγό. Οπότε αρχίζω να τους ψαρεύω: Δικό σας το φορτηγό; Τι έγινε; Πού είναι το αφεντικό; κλπ κλπ. Όσο απίστευτο κι αν φαινόταν, είχαμε πέσει πάνω σ’ αυτούς που ψάχναμε.
        «Ε λοιπόν», τους λέω, «σας έχω κάτι πολύ καλύτερο από τσιγάρα». Και βγάζω από το πορτμπαγκάζ το ταψί με το ρύζι. Οι άνθρωποι τρελάθηκαν από τη χαρά τους. Πεινασμένοι όπως ήταν, όρμησαν να φάνε, αφού μας χιλιοευχαρίστησαν για την εξυπηρέτηση. Στο τέλος τους αφήσαμε και όλο το πακέτο με τα τσιγάρα και φύγαμε.
        Με τα πολλά, φτάσαμε επιτέλους και στο Καολάκ. Πρώτος μας στόχος ήταν να αλλάξουμε τα χρήματα που είχαμε (ελβετικά φράγκα, δολάρια, λίρες Αγγλίας) στο τοπικό νόμισμα που είναι το CFA. Τα πορτοφόλια μας ήταν γεμάτα, αλλά η αγοραστική μας δύναμη μηδενική, αφού δεν είχαμε ούτε ένα CFA, αλλά και ούτε ένα γαλλικό φράγκο – το μόνο ξένο νόμισμα που είναι αποδεκτό στις συναλλαγές. Έπρεπε λοιπόν να πάμε επειγόντως στην τράπεζα. Που ήταν κι αυτή μια αχυροκαλύβα. Μπαίνουμε μέσα, βλέπουμε δύο άτομα όλα κι όλα, λέω «θέλω να αλλάξω χρήματα», «εντάξει», μου λένε. Βγάζω ένα μάτσο ελβετικά φράγκα, τα οποία ο ταμίας κοίταξε με μεγάλη απορία.
        «Τι είναι αυτά;» με ρώτησε και του εξήγησα περί τίνος επρόκειτο.
        «Α, δεν αλλάζουμε ελβετικά φράγκα», είπε.
        «Δολάρια;» ρώτησα.
         «Ούτε δολάρια», είπε εκείνος κι ύστερα μου απέκλεισε και όλα τα άλλα ξένα νομίσματα εκτός από τα γαλλικά φράγκα, που δεν είχαμε και που ούτως ή άλλως περνούσαν σαν τοπικό νόμισμα, οπότε δεν θα χρειαζόμασταν να τα αλλάξουμε. «Ούτε έχουμε δει αυτά τα νομίσματα, ούτε ξέρουμε τι αξία έχουν», δικαιολογήθηκε.
        «Πάρτε ένα τηλέφωνο στα κεντρικά της τράπεζας στο Ντακάρ», πρότεινα εγώ.
        «Τηλέφωνο;» απόρησε ο υπάλληλος. «Δεν έχουμε τηλέφωνο».
        Άλλη τράπεζα δεν υπήρχε. Ήμαστε κυριολεκτικά άφραγκοι. Δεν μπορούσαμε να αγοράσουμε τίποτα – ούτε βενζίνη, ούτε φαγητό, ούτε νερό. Και μάλιστα στην καρδιά της Αφρικής. Πώς θα συνεχίζαμε το ταξίδι; Πώς θα γυρίζαμε πίσω; Την είχαμε πολύ άσχημα. Χειρότερα από κάθε άλλη φορά. Βγήκαμε από την τράπεζα, απελπισμένοι. Ποιος μας έβγαλε από τη μαύρη απελπισία μας; Και πάλι η συνέχεια στο επόμενο…

1 σχόλιο: